Γράφει ο Γιώργος Γεωργίου
- Ευρωβουλευτής ΑΚΕΛ
Η αναμενόμενη ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς για την υπόθεση του περιβόητου «Μαύρου Βαν» επαναφέρει στο προσκήνιο μια σκοτεινή υπόθεση που σημάδεψε την Κύπρο και εξέθεσε τη χώρα διεθνώς.
Μια υπόθεση που δεν αφορά απλώς ένα όχημα με προηγμένη τεχνολογία.
Αφορά τις παρακολουθήσεις, τη διαχείρισή τους από τις αρμόδιες αρχές και, τελικά, το ίδιο το κράτος δικαίου.
Η ιστορία έγινε ευρύτερα γνωστή το 2019, όταν ο πρώην αξιωματικός των ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών Ταλ Ντίλιαν παρουσίασε δημόσια ένα μαύρο βαν, εξοπλισμένο με τεχνολογία της WiSpear, εταιρείας εγγεγραμμένης στην Κύπρο, διαφημίζοντας τις δυνατότητές του να εντοπίζει κινητά τηλέφωνα, να παρεμβαίνει σε συσκευές και να υποκλέπτει επικοινωνίες από απόσταση.
Οι αποκαλύψεις προκάλεσαν έρευνα στην Κύπρο. Το βαν κατασχέθηκε και ακολούθησαν συλλήψεις. Η PEGA κατέγραψε αργότερα ότι εξοπλισμός της WiSpear είχε εγκατασταθεί στο αεροδρόμιο Λάρνακας και μέσω των συστημάτων συλλέχθηκαν δεδομένα από περισσότερες από 9,5 εκατομμύρια συσκευές.
Το 2021 η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων επέβαλε στη WiSpear διοικητικό πρόστιμο για παραβιάσεις προσωπικών δεδομένων. Την ίδια χρονιά, όμως, ο Γενικός Εισαγγελέας, εντελώς ανεξήγητα και ύποπτα, ανέστειλε τις ποινικές διώξεις εναντίον του Ταλ Ντίλιαν και δύο άλλων φυσικών προσώπων. Η δίωξη της εταιρείας συνεχίστηκε και το 2022 όταν η WiSpear παραδέχθηκε ενοχή σε 42 κατηγορίες και της επιβλήθηκαν λιλιπούτεια πρόστιμα.
Το ΑΚΕΛ ενέγραψε το ζήτημα ως αυτεπάγγελτο θέμα στην Επιτροπή Νομικών της Βουλής, όπου εξετάστηκε το 2022 και το 2023. Τα στοιχεία που κατατέθηκαν ανέδειξαν σοβαρά ζητήματα πολιτικής και θεσμικής διαπλοκής, σχέσεις και συνεργασίες της εταιρείας του Ντίλιαν με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και με τον ΔΗΣΥ, ενώ η Αστυνομία, μετά τις αρχικές διαψεύσεις, αναγνώρισε ότι υπήρξε συνεργασία. Ιδιαίτερα σοβαρό παραμένει ότι η δίωξη του Ντίλιαν ανεστάλη για λόγους «δημοσίου συμφέροντος», οι οποίοι ουδέποτε δημοσιοποιήθηκαν.
Τον Μάρτιο του 2022 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκρότησε την Εξεταστική Επιτροπή PEGA για τη χρήση του Pegasus και άλλων κατασκοπευτικών λογισμικών στην Ευρώπη. Ως Αντιπρόεδρος της Επιτροπής επέμεινα να διερευνηθεί και ο ρόλος της Κύπρου. Τον Αύγουστο ζήτησα διερευνητική αποστολή στην Ελλάδα και έθεσα τις αποκαλύψεις για εταιρείες παραγωγής και εξαγωγής τέτοιων τεχνολογιών που λειτουργούσαν στην Κύπρο.
Ήρθαμε στην Κύπρο. Πήγαμε στην Ελλάδα, στο Ισραήλ και αλλού. Ζητήσαμε στοιχεία και απαντήσεις. Αντί ουσιαστικών εξηγήσεων, συναντήσαμε απροθυμία και απαξίωση.
Ο τότε Πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης μάς κατευόδωσε με το γνωστό «βλέπετε φαντάσματα»…
Τελικά, δεν ήταν φαντάσματα.
Οι Εκθέσεις της PEGA κατέγραψαν την Κύπρο ως σημαντικό κόμβο της βιομηχανίας κατασκοπευτικών λογισμικών, ανέδειξαν τη διασύνδεση Κύπρου – Ελλάδας με την Intellexa και το Predator και σοβαρά ζητήματα στην εφαρμογή των ευρωπαϊκών κανόνων για τις εξαγωγές προϊόντων διπλής χρήσης.
Ως Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ζητήσαμε πλήρη διερεύνηση των καταγγελιών, έλεγχο των αδειών εξαγωγής spyware, χαρτογράφηση των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο και δημοσιοποίηση του πορίσματος του ειδικού ερευνητή για το «Μαύρο Βαν».
Με αφορμή την Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου του 2025, επανέφερα το ζήτημα στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και ζήτησα ρητά να ανοίξει ξανά η υπόθεση.
Τον Φεβρουάριο του 2026, η υπόθεση απέκτησε νέα διάσταση. Ελληνικό δικαστήριο καταδίκασε τον Ταλ Ντίλιαν και άλλα τρία πρόσωπα για αδικήματα που συνδέονται με παράνομες παρακολουθήσεις μέσω του Predator. Ο Ταλ Ντίλιαν ομολόγησε δημοσίως ότι συνεργάζεται μόνο με κρατικές υπηρεσίες. Η κυβέρνηση Αναστασιάδη – ΔΗΣΥ σώπαινε, τότε, ένοχα.
Επανήλθε έτσι εύλογα το ερώτημα: πώς ο Ντίλιαν καταδικάστηκε στην Ελλάδα, ενώ στην Κύπρο η ποινική δίωξή του είχε ανασταλεί;
Παραμένει αναπάντητο και αυτό!
Το αίτημα για επανεξέταση επανέφερε, τον Απρίλιο του 2026, και ο ΓΓ του ΑΚΕΛ, Στέφανος Στεφάνου, ζητώντας τον τερματισμό της αναστολής δίωξης και την εκ νέου διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και απαντήσεις για τις σχέσεις και διασυνδέσεις της κυβέρνησης Αναστασιάδη, του τότε κυβερνώντος ΔΗΣΥ και εταιρειών που εμπλέκονταν στις παρακολουθήσεις.
Για αυτό και η ανακοίνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς έχει ιδιαίτερη σημασία. Έξι και πλέον χρόνια μετά τις πρώτες αποκαλύψεις, η κοινωνία δικαιούται να γνωρίζει τι συνέβη, ποιοι γνώριζαν, ποιοι αποφάσιζαν και κατά πόσο υπήρξαν ευθύνες που δεν αποδόθηκαν.
Η θέση μας παραμένει συνεπής.
Η εθνική ασφάλεια δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για ανεξέλεγκτη και αυθαίρετη επιτήρηση.
Η Δημοκρατία, το κράτος δικαίου και οι θεμελιώδεις ελευθερίες δεν είναι υπό διαπραγμάτευση.
Και οι απαντήσεις που ζητούσαμε τότε, οφείλονται ακόμη…



