weather widget icon
30.2 °C
ΚΥΡΙΑΚΗ
28.06.2026 9:04
Powered by:
Μέλος του ομίλου
Alpha Cyprus
alpha-letter
ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Αδιαφάνεια, αποδυνάμωση κοινοβουλευτικού ελέγχου και θεσμικές στρεβλώσεις

Η αναθεώρηση του Κανονισμού της Βουλής των Αντιπροσώπων θα έπρεπε να αποτελεί υπόδειγμα δημοκρατικής λογοδοσίας και θεσμικής διαφάνειας. Πρόκειται, άλλωστε, για το σύνολο των κανόνων που διέπουν τη λειτουργία του ανώτατου νομοθετικού σώματος της χώρας, τον τρόπο άσκησης του κοινοβουλευτικού ελέγχου και τις διαδικασίες μέσω των οποίων λαμβάνονται αποφάσεις που επηρεάζουν το δημόσιο συμφέρον. Αντί όμως να αποτελέσει αντικείμενο ανοικτού δημόσιου διαλόγου, η τριετής διαδικασία αναθεώρησης του Κανονισμού εξελίχθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου μακριά από τη δημοσιότητα, χωρίς ουσιαστική ενημέρωση, χωρίς διαβούλευση με την κοινωνία των πολιτών και χωρίς δημοσιοποίηση των αλλαγών που συζητούνταν μέχρι την τελική τους υιοθέτηση.

Επιπρόσθετα, οι τροποποιήσεις που τελικά εγκρίθηκαν περιλαμβάνουν ρυθμίσεις που περιορίζουν τη δυνατότητα άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου, ενισχύουν τον αποκλεισμό μικρότερων πολιτικών δυνάμεων από θέσεις επιρροής και δημιουργούν νέες θεσμικές στρεβλώσεις στη λειτουργία του κοινοβουλίου. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι ότι, παρά τα τρία χρόνια επεξεργασίας των αλλαγών, οι πρώτες κιόλας συνεδριάσεις της νέας Βουλής ανέδειξαν σοβαρές διαφωνίες ως προς την ερμηνεία βασικών συνταγματικών και κανονιστικών διατάξεων, γεγονός που εγείρει εύλογα ερωτήματα τόσο για την ποιότητα της μεταρρύθμισης όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αυτή σχεδιάστηκε και υιοθετήθηκε.

Advertisement

Μια τριετής διαδικασία μακριά από τη δημοσιότητα

Η Ad Hoc Επιτροπή για την Αναθεώρηση και τον Εκσυγχρονισμό του Κανονισμού της Βουλής εργάστηκε από τον Μάϊο του 2023 μέχρι τον Μάρτιο του 2026. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δεν πραγματοποιήθηκε καμία ουσιαστική δημόσια παρουσίαση των προτεινόμενων αλλαγών, καμία οργανωμένη διαβούλευση με ακαδημαϊκούς, ειδικούς ή οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και καμία συστηματική ενημέρωση των πολιτών για τα ζητήματα που βρίσκονταν υπό εξέταση. Η δημόσια συζήτηση περιορίστηκε σε ορισμένες διαρροές που αφορούσαν κυρίως τον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Βουλής, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αυτή αποτελούσε την κεντρική μεταρρύθμιση. Ωστόσο, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας διαπιστώθηκε ότι οι αλλαγές ήταν πολύ πιο εκτεταμένες και ουσιαστικές.

Ο αποκλεισμός των μικρότερων κομμάτων από τις προεδρίες επιτροπών

Advertisement

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η νέα πρόνοια σύμφωνα με την οποία πρόεδρος ή αναπληρωτής πρόεδρος κοινοβουλευτικής επιτροπής μπορεί να ορίζεται μόνο βουλευτής πολιτικού κόμματος που διαθέτει τον απαιτούμενο αριθμό βουλευτών για να αναγνωρίζεται ως πολιτική κομματική ομάδα. Η ρύθμιση αυτή αποκλείει ρητά τα μικρότερα κόμματα από τη διεκδίκηση προεδριών επιτροπών, ανεξάρτητα από το εκλογικό τους ποσοστό ή τη συμβολή τους στο κοινοβουλευτικό έργο. Πρόκειται για μια σημαντική μεταβολή στη διανομή εξουσίας εντός της Βουλής, η οποία ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο δημόσιας διαβούλευσης ή πολιτικής συζήτησης πριν από την υιοθέτησή της.

Η μετατόπιση της ισχύος εντός των κοινοβουλευτικών επιτροπών

Advertisement

Παράλληλα, ο νέος Κανονισμός μεταβάλλει και τον ρόλο του προέδρου των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Παραδοσιακά, ο πρόεδρος μιας επιτροπής λειτουργούσε ως ο βασικός συντονιστής των εργασιών της, με αυξημένο θεσμικό βάρος ως προς την προώθηση του έργου και τη διασφάλιση της συνέχειας των διαδικασιών. Οι νέες ρυθμίσεις φαίνεται να μετατοπίζουν σημαντικό μέρος της ισχύος από τον πρόεδρο προς την εκάστοτε πλειοψηφία των μελών της επιτροπής. Το κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη λειτουργία ή σε μεγαλύτερη κομματικοποίηση των διαδικασιών μένει να αποδειχθεί στην πράξη.

Η αποδυνάμωση του κοινοβουλευτικού ελέγχου

Ακόμη πιο προβληματικές είναι οι αλλαγές που αφορούν τα εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μέχρι την τελευταία τροποποίηση, ο Κανονισμός προέβλεπε ότι μετά την ολοκλήρωση εξέτασης ενός αυτεπάγγελτου θέματος, η αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή όφειλε να προχωρεί στη σύνταξη σχετικής έκθεσης. Η έκθεση αυτή αποτελούσε το βασικό μέσο τεκμηρίωσης των ευρημάτων, καταγραφής εισηγήσεων και παρακολούθησης της εφαρμογής τους από τους επηρεαζόμενους φορείς. Αν και στην πράξη, η πρόνοια αυτή εφαρμόστηκε ελάχιστες φορές, η Βουλή, με την τελευταία τροποποίηση, μετέτρεψε τη σύνταξη των σχετικών εκθέσεων από υποχρεωτική σε δυνητική, περιορίζοντας περαιτέρω τη θεσμική βαρύτητα ενός ήδη υποχρησιμοποιούμενου εργαλείου κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Advertisement

Περισσότερα ψηφίσματα, λιγότερος ουσιαστικός έλεγχος

Την ίδια στιγμή, θεσμοθετήθηκε ειδική διαδικασία για την κατάθεση και εξέταση ψηφισμάτων. Τα ψηφίσματα, ωστόσο, δεν παράγουν δεσμευτικά νομικά αποτελέσματα, δεν δημιουργούν υποχρεώσεις και δεν επιφέρουν οποιαδήποτε άμεση θεσμική συνέπεια. Ουσιαστικά αποτελούν πολιτικές δηλώσεις προθέσεων ή θέσεων. Είναι επομένως εύλογο να διερωτηθεί κανείς γιατί η Βουλή επέλεξε να αφιερώσει χρόνο και κανονιστικό χώρο στην ενίσχυση μιας διαδικασίας περιορισμένης πρακτικής αξίας, ενώ ταυτόχρονα αποδυνάμωσε εργαλεία ουσιαστικότερου κοινοβουλευτικού ελέγχου.

Η στρεβλή προσέγγιση στη ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων

Advertisement

Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί και η τροποποίηση που αφορά τη ζωντανή μετάδοση των συνεδριάσεων των κοινοβουλευτικών επιτροπών. Η αλλαγή παρουσιάστηκε ως βήμα ενίσχυσης της διαφάνειας, αφού πλέον γίνεται ρητή αναφορά στη δυνατότητα ζωντανής μετάδοσης. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη φαινομενικά θετική εξέλιξη κρύβεται μια σημαντική στρέβλωση. Η ζωντανή μετάδοση των δημόσιων συνεδριάσεων ήταν ήδη επιτρεπτή τόσο με βάση το υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο όσο και με βάση τη συνταγματική αρχή της δημοσιότητας των εργασιών της Βουλής. Εντούτοις, ο νέος Κανονισμός εισάγει έναν πιο περιοριστικό ορισμό της έννοιας της «δημόσιας συνεδρίας», ο οποίος ενδέχεται να επηρεάσει την έκταση της δημοσιότητας που απολαμβάνουν οι κοινοβουλευτικές διαδικασίες.

Οι πρώτες δοκιμασίες του νέου Κανονισμού

Η μεγαλύτερη ίσως αντίφαση της όλης μεταρρύθμισης αναδείχθηκε αμέσως μετά την εφαρμογή της. Παρά τα τρία χρόνια εργασιών της Ad Hoc Επιτροπής, μόλις στην τρίτη συνεδρία της νέας Βουλής, προέκυψαν σοβαρές διαφωνίες ως προς την ερμηνεία των συνταγματικών διατάξεων που διέπουν τον καταρτισμό των κοινοβουλευτικών επιτροπών και τον διορισμό των μελών τους. Το γεγονός ότι το ίδιο το νομοθετικό σώμα δεν διέθετε ξεκάθαρη και κοινώς αποδεκτή ερμηνεία των κανόνων που διέπουν τη δική του λειτουργία συνιστά θεσμικό παράδοξο. Είναι δύσκολο να ζητά η Βουλή από τους πολίτες, τη δημόσια διοίκηση και τους υπόλοιπους θεσμούς να λειτουργούν με ασφάλεια δικαίου, όταν η ίδια εμφανίζεται να αδυνατεί να συμφωνήσει για το περιεχόμενο των δικών της διαδικασιών.

Ένας εκσυγχρονισμός που εγείρει περισσότερα ερωτήματα από όσα απαντά

Η ουσία του ζητήματος δεν εντοπίζεται μόνο στις επιμέρους αλλαγές που υιοθετήθηκαν, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτές διαμορφώθηκαν και εγκρίθηκαν. Οι κανόνες λειτουργίας του κοινοβουλίου δεν συνιστούν εσωτερική διοικητική υπόθεση του σώματος. Καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο ασκείται η νομοθετική λειτουργία, ελέγχεται η εκτελεστική εξουσία και διασφαλίζεται η δημοκρατική λογοδοσία. Ως εκ τούτου, η αναθεώρησή τους οφείλει να αποτελεί αντικείμενο ανοικτού διαλόγου και δημόσιου ελέγχου. Η πρόσφατη μεταρρύθμιση φιλοδοξούσε να εκσυγχρονίσει τη λειτουργία της Βουλής. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε, σε συνδυασμό με ορισμένες από τις τροποποιήσεις που υιοθετήθηκαν, αφήνει ανοικτά ερωτήματα ως προς την ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου, τη διαφάνεια των διαδικασιών και, τελικά, την ποιότητα της ίδιας της λειτουργίας του κοινοβουλίου.