Του Πέτρου Παπαδόπουλου
- Δικηγόρος
Καθώς η Τουρκία πλησιάζει στη λειτουργία του Πυρηνικού Σταθμού Άκκουγιου στις ακτές της Μεσογείου, μεγάλο μέρος της διεθνούς δημόσιας συζήτησης έχει επικεντρωθεί στην ενεργειακή ασφάλεια, τη γεωπολιτική και την αυξανόμενη συνεργασία της Τουρκίας με τη Ρωσία. Εντούτοις, πολύ λίγη σημασία έχει δοθεί στο τι θα συμβεί σε όσους ζουν πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας αν κάτι πάει στραβά.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι για την Κύπρο η οποία βρίσκεται λιγότερο από 100 χιλιόμετρα από το Άκκουγιου. Σε περίπτωση πυρηνικού ατυχήματος, η γεωγραφία της περιοχής δεν προσφέρει καμία προστασία. Η ραδιενεργός μόλυνση δεν χρειάζεται διαβατήρια και οι επικρατούντες άνεμοι δεν θα σταματούσαν στα κυρίαρχα σύνορα. Ωστόσο, για τις κοινότητες εκτός Τουρκίας, οι κίνδυνοι που θέτει το Άκκουγιου παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αόρατοι σε νομικό και πολιτικό επίπεδο.
Η περιβαλλοντική βλάβη που διασχίζει σύνορα εγείρει θεμελιώδη ερωτήματα σχετικά με το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα σε ένα καθαρό περιβάλλον και την πρόσβαση στην πληροφόρηση. Και όμως, οι μηχανισμοί προστασίας που έχουν τεθεί σε ισχύ για να διασφαλιστούν αυτά τα δικαιώματα είναι σαφώς ελλιπείς. Οι κάτοικοι γειτονικών χωρών όπως η Κύπρος και η Ελλάδα δεν έχουν ουσιαστική δυνατότητα να συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων που σχετίζονται με το Άκκουγιου. Δεν καλούνται να εκφράσουν άποψη για τα μέτρα ασφαλείας, τον σχεδιασμό έκτακτης ανάγκης ή τις περιβαλλοντικές αξιολογήσεις, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται εντός της δυνητικής ζώνης επιπτώσεων ενός σοβαρού περιστατικού.
Οι ανησυχίες αυτές αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν αναλύονται στο περιφερειακό πλαίσιο. Για την Κύπρο ειδικότερα, η εγγύτητα του Πυρηνικού Σταθμού Άκκουγιου καθίσταται πιο ανησυχητική λόγω του σεισμικού προφίλ της Ανατολικής Μεσογείου, όπου οι κίνδυνοι σεισμών αποτελούν διαρκή πραγματικότητα και όχι απομακρυσμένη πιθανότητα. Περαιτέρω, οι αμφιβολίες σχετικά με την ανθεκτικότητα του έργου έχουν επισημανθεί και εντός της Τουρκίας, αφού το 2015, τουρκικό διοικητικό δικαστήριο ανέστειλε τη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του σταθμού, εντοπίζοντας διαδικαστικές και ουσιαστικές ελλείψεις στην έκθεση. Παρότι η απόφαση αυτή ανατράπηκε αργότερα κατόπιν έφεσης, (επιτρέποντας τη συνέχιση του έργου), ανέδειξε εντούτοις επίμονα ερωτήματα σχετικά με το κατά πόσο έχουν αντιμετωπιστεί επαρκώς όλοι οι σχετικοί κίνδυνοι.
Ταυτόχρονα, η πολιτική διάσταση περιπλέκει περαιτέρω την κατάσταση. Η μη αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία αποκλείει ουσιαστικά έναν δομημένο διάλογο, αφήνοντας χωρίς επίσημους διαύλους συνεργασίας, διαφάνειας ή συντονισμένου σχεδιασμού αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών – μια απουσία που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί όταν πρόκειται για μια εγκατάσταση με δυνητικά σοβαρές διασυνοριακές συνέπειες.
Οι υφιστάμενες διεθνείς συνθήκες παρέχουν μόνο μερικές λύσεις. Οι διεθνείς συνθήκες για την εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων και την πρόσβαση στην πληροφόρηση, αν και σημαντικές, είναι περιορισμένες ως προς την εφαρμογή και το εύρος τους. Ιδιαίτερα προβληματικό είναι το γεγονός ότι η Τουρκία δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στη Σύμβαση του Espoo σχετικά με τη διασυνοριακή εκτίμηση περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε συνεργασία εξαρτάται από τη συμμόρφωση και την καλή θέληση των κρατών.
Το αποτέλεσμα είναι μια νομική «γκρίζα ζώνη», στην οποία οι κοινότητες που ενδέχεται να υποστούν τις συνέπειες ενός πυρηνικού ατυχήματος παραμένουν ουσιαστικά χωρίς φωνή. Από την οπτική των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αυτό δύσκολα μπορεί να δικαιολογηθεί. Η αρχή ότι τα άτομα πρέπει να έχουν πρόσβαση σε πληροφορίες σχετικά με κινδύνους για την υγεία και το περιβάλλον τους, είναι ευρέως κατοχυρωμένη. Το ίδιο ισχύει και για το ότι πρέπει να μπορούν να συμμετέχουν σε αποφάσεις που ενδέχεται να επηρεάσουν σημαντικά τη ζωή τους. Όταν αυτές οι αρχές σταματούν στα εθνικά σύνορα, χάνουν μεγάλο μέρος του νοήματός τους.
Συνεπώς, το Άκκουγιου αναδεικνύει αυτή την αντίφαση με ιδιαίτερη σαφήνεια. Για την Κύπρο, το ζήτημα δεν είναι αφηρημένο. Είναι άμεσο και γεωγραφικό. Θέτει ερωτήματα σχετικά με την ετοιμότητα αντιμετώπισης εκτάκτων αναγκών και τον σχεδιασμό δημόσιας υγείας. Εγείρει επίσης ευρύτερες ανησυχίες για το πώς το διεθνές δίκαιο προσαρμόζεται -ή αποτυγχάνει να προσαρμοστεί- σε κινδύνους που δεν σέβονται εδαφικά όρια.
Τουλάχιστον, μια πιο κατάλληλη στρατηγική θα προϋπέθετε μεγαλύτερη διαφάνεια από την Τουρκία σχετικά με τα μέτρα ασφαλείας, τις αξιολογήσεις κινδύνου και τα πρωτόκολλα έκτακτης ανάγκης. Θα απαιτούσε μηχανισμούς ουσιαστικής διασυνοριακής διαβούλευσης, ώστε οι γειτονικοί πληθυσμοί να μην αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσα σκέψη. Και θα απαιτούσε ισχυρότερα διεθνή πλαίσια που να αναγνωρίζουν και να επιβάλλουν τα δικαιώματα όσων επηρεάζονται από διασυνοριακούς περιβαλλοντικούς κινδύνους.
Αυτές δεν είναι ριζοσπαστικές προτάσεις. Συνάδουν με τη βασική λογική του δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων: ότι όπου υπάρχει προβλέψιμος κίνδυνος για τη ζωή και την υγεία, πρέπει να υπάρχει και λογοδοσία. Η ανάπτυξη της πυρηνικής ενέργειας στην Ανατολική Μεσόγειο ενδέχεται κάλλιστα να συνεχιστεί. Αν όμως συνεχιστεί, δεν μπορεί να προχωρά σαν να προσφέρουν τα κρατικά σύνορα προστασία απέναντι σε διασυνοριακούς κινδύνους. Πρέπει η Τουρκία να αντιληφθεί πως το Άκκουγιου δεν είναι μόνο ένα τουρκικό έργο. Ως προς τις δυνητικές του συνέπειες, είναι ένα περιφερειακό ζήτημα.



