Της Κατερίνας Χατζηστυλλή
- Α’ Αντιπρόεδρος, Κίνημα Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών
- Δημοτική Σύμβουλος Στροβόλου
Οι πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Κυπριακή Δημοκρατία διαμόρφωσαν ένα νέο πολιτικό τοπίο, το οποίο δεν μπορεί να αξιολογηθεί αποκλειστικά με βάση τη σύνθεση της νέας Βουλής. Η μη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση του Κινήματος Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών αποτελεί ασφαλώς μια πολιτική εξέλιξη με ιδιαίτερη σημασία. Ωστόσο, το ερώτημα που τίθεται δεν αφορά μόνο ένα κόμμα ή έναν πολιτικό χώρο. Αφορά κυρίως τη λειτουργία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, τον τρόπο με τον οποίο εκφράζεται ο πολιτικός πλουραλισμός και τη δυνατότητα του πολιτικού συστήματος να ενσωματώνει διαφορετικές κοινωνικές και ιδεολογικές φωνές.
Σε κάθε δημοκρατικό πολίτευμα, η λαϊκή ετυμηγορία είναι αδιαπραγμάτευτη. Η αποδοχή του εκλογικού αποτελέσματος αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της δημοκρατικής νομιμοποίησης. Η δημοκρατική ωριμότητα, όμως, δεν εξαντλείται στον σεβασμό της κάλπης. Απαιτεί παράλληλα τη σοβαρή ανάλυση των συνεπειών που παράγει κάθε εκλογική αναμέτρηση για τη θεσμική ισορροπία, την πολιτική εκπροσώπηση και τη λειτουργία των δημοκρατικών διαδικασιών.
Η πολιτική επιστήμη διακρίνει εδώ και δεκαετίες δύο διαφορετικές έννοιες της δημοκρατίας. Η πρώτη είναι η πλειοψηφική δημοκρατία, όπου κυρίαρχη θέση κατέχει η αρχή ότι κυβερνά εκείνος που συγκεντρώνει την πλειοψηφία των ψήφων. Η δεύτερη είναι η πλουραλιστική ή συμμετοχική δημοκρατία, σύμφωνα με την οποία η δημοκρατική ποιότητα αξιολογείται όχι μόνο από το ποιος κυβερνά, αλλά και από το πώς προστατεύεται η συμμετοχή, η πολυφωνία, η λογοδοσία και η δυνατότητα των μειοψηφιών να επηρεάζουν τον δημόσιο διάλογο.
Ο Αμερικανός πολιτικός επιστήμονας Robert Dahl, ένας από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της σύγχρονης δημοκρατίας, υποστήριξε ότι η δημοκρατία δεν ταυτίζεται απλώς με τις εκλογές. Η έννοια της «πολυαρχίας» που εισήγαγε βασίζεται στην ύπαρξη ανταγωνισμού ιδεών, ελεύθερης πληροφόρησης, πραγματικής συμμετοχής των πολιτών και ουσιαστικής δυνατότητας ελέγχου της εξουσίας. Με άλλα λόγια, οι εκλογές αποτελούν την αφετηρία της δημοκρατίας, όχι το τέλος της.
Η διάκριση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία στη σημερινή κυπριακή πραγματικότητα. Η απουσία των Οικολόγων από τη Βουλή δεν σημαίνει ότι εξέλιπαν τα προβλήματα για τα οποία η πολιτική οικολογία προειδοποιεί εδώ και δεκαετίες. Η κλιματική κρίση δεν αναστέλλεται από το εκλογικό αποτέλεσμα. Η απώλεια φυσικών οικοσυστημάτων δεν μειώνεται επειδή μια πολιτική δύναμη έμεινε εκτός Κοινοβουλίου. Η ενεργειακή φτώχεια, η στεγαστική κρίση, η υποβάθμιση του δημόσιου χώρου, η υπερβολική εξάρτηση από το ιδιωτικό αυτοκίνητο, η ατμοσφαιρική ρύπανση, οι πιέσεις στις παράκτιες περιοχές και οι επιπτώσεις της άναρχης ανάπτυξης παραμένουν υπαρκτές προκλήσεις για το κυπριακό κράτος.
Αντίθετα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η απουσία μιας οργανωμένης οικολογικής φωνής από το Κοινοβούλιο καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την παρουσία αυτών των ζητημάτων στην κοινωνία των πολιτών, στην επιστημονική κοινότητα και στην τοπική αυτοδιοίκηση.
Η πολιτική οικολογία συχνά παρερμηνεύεται ως μια στενή περιβαλλοντική πολιτική. Στην πραγματικότητα αποτελεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση δημόσιας πολιτικής, η οποία αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως θεμέλιο της οικονομίας, της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής συνοχής και της ποιότητας ζωής. Η σύγχρονη οικολογική σκέψη δεν αφορά μόνο τα δάση, τα πάρκα ή τις προστατευόμενες περιοχές. Αφορά τον τρόπο με τον οποίο σχεδιάζονται οι πόλεις, οργανώνονται οι μετακινήσεις, κατανέμεται ο δημόσιος χώρος, προστατεύονται οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και λαμβάνονται οι πολιτικές αποφάσεις.
Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώνεται πλέον και από τις ευρωπαϊκές πολιτικές. Η Ευρωπαϊκή Πράσινη Συμφωνία (European Green Deal) δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική στρατηγική. Συνιστά ένα συνολικό αναπτυξιακό σχέδιο που επιδιώκει τον μετασχηματισμό της οικονομίας μέσω της πράσινης και ψηφιακής μετάβασης, συνδέοντας την ανταγωνιστικότητα με την κοινωνική συνοχή και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Παράλληλα, οι Στόχοι Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ (Agenda 2030) αναγνωρίζουν ότι δεν μπορεί να υπάρξει βιώσιμη ανάπτυξη χωρίς ισχυρούς θεσμούς, διαφάνεια και συμμετοχική διακυβέρνηση. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Στόχος 16 αναφέρεται αποκλειστικά στην ειρήνη, τη δικαιοσύνη και τους αποτελεσματικούς θεσμούς, ενώ ο Στόχος 11 αφορά τις βιώσιμες πόλεις και κοινότητες. Η περιβαλλοντική προστασία και η θεσμική ποιότητα αντιμετωπίζονται ως αλληλένδετες προϋποθέσεις μιας σύγχρονης δημοκρατίας.
Στο σημείο αυτό αναδεικνύεται και η ιδιαίτερη σημασία της τοπικής αυτοδιοίκησης. Στη σύγχρονη ευρωπαϊκή θεωρία διακυβέρνησης, οι δήμοι δεν θεωρούνται απλοί διοικητικοί οργανισμοί. Αποτελούν τους βασικούς χώρους εφαρμογής της αρχής της επικουρικότητας (subsidiarity), σύμφωνα με την οποία οι δημόσιες αποφάσεις οφείλουν να λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στον πολίτη.
Η Ευρωπαϊκή Χάρτα Τοπικής Αυτοδιοίκησης του Συμβουλίου της Ευρώπης αναγνωρίζει ότι η ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων πραγματοποιείται πρωτίστως σε τοπικό επίπεδο. Εκεί ο πολίτης δεν αξιολογεί θεωρητικά τη δημοκρατία. Τη βιώνει καθημερινά: στην κατάσταση των δρόμων, στη λειτουργία των πεζοδρομίων, στην ασφάλεια των παιδιών, στην ποιότητα των πάρκων, στη διαχείριση των απορριμμάτων, στην προσβασιμότητα, στην προστασία του πολιτιστικού αποθέματος και στη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών.
Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί, επομένως, το πρώτο εργαστήριο δημοκρατίας. Και ακριβώς γι’ αυτό, η ποιότητα των δημοτικών θεσμών αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Συχνά η δημόσια συζήτηση περιορίζεται στο εάν μια δημοτική αρχή διαθέτει πλειοψηφία. Το ουσιαστικό όμως ερώτημα είναι διαφορετικό: πώς χρησιμοποιείται αυτή η πλειοψηφία;
Η δημοκρατική θεωρία ήδη από τον Alexis de Tocqueville προειδοποιεί για τον κίνδυνο της «τυραννίας της πλειοψηφίας». Η ύπαρξη αριθμητικής υπεροχής δεν επιτρέπει στην πλειοψηφία να θεωρεί ότι κατέχει αποκλειστικά την αλήθεια ούτε να μετατρέπει τους θεσμούς σε χώρο επιβεβαίωσης προειλημμένων αποφάσεων. Αντίθετα, η πλειοψηφία φέρει αυξημένη ευθύνη να διασφαλίζει τον διάλογο, τη διαφάνεια, τον σεβασμό των διαδικασιών και την ουσιαστική συμμετοχή όλων των εκλεγμένων εκπροσώπων.
Η μειοψηφία δεν αποτελεί διακοσμητικό στοιχείο της δημοκρατίας. Αποτελεί αναγκαίο θεσμικό αντίβαρο. Η δυνατότητα να διατυπώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις, να ασκείται έλεγχος και να αμφισβητούνται οι κυρίαρχες επιλογές δεν αποδυναμώνει τη διοίκηση. Την ενισχύει. Η επιστημονική βιβλιογραφία στη δημόσια διοίκηση έχει δείξει ότι οργανισμοί που ενσωματώνουν διαφορετικές απόψεις λαμβάνουν συχνότερα πιο ανθεκτικές και ποιοτικότερες αποφάσεις, επειδή αποφεύγουν το φαινόμενο του groupthink, δηλαδή της άκριτης ομοφωνίας που οδηγεί σε λανθασμένες επιλογές.
Στο ίδιο πνεύμα, ο Jürgen Habermas υποστηρίζει ότι η δημοκρατική νομιμοποίηση δεν παράγεται μόνο από την ψήφο, αλλά και από την ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Οι αποφάσεις αποκτούν πραγματική νομιμοποίηση όταν προηγείται ουσιαστική επιχειρηματολογία, ανοικτή διαβούλευση και ισότιμη συμμετοχή όλων των ενδιαφερομένων. Μια δημοκρατία που περιορίζεται μόνο στην αριθμητική της ψηφοφορίας κινδυνεύει να απολέσει τον διαβουλευτικό της χαρακτήρα.
Οι παρατηρήσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για μεγάλους δήμους όπως ο Στρόβολος. Η διαχείριση του αστικού περιβάλλοντος δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται στην εκτέλεση τεχνικών έργων. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι οι σύγχρονες πόλεις αξιολογούνται με βάση την ανθεκτικότητά τους απέναντι στην κλιματική αλλαγή, την προσβασιμότητα, τη βιώσιμη κινητικότητα, την ενεργειακή αποδοτικότητα, την κοινωνική ένταξη, την προστασία του δημόσιου χώρου και την ποιότητα της συμμετοχικής διακυβέρνησης.
Ο Στρόβολος διαθέτει όλες τις προϋποθέσεις για να αποτελέσει πρότυπο σύγχρονης δημοτικής πολιτικής: προστασία του Πεδιαίου, ανάπτυξη πράσινων διαδρομών, ασφαλή δίκτυα πεζής και ποδηλατικής μετακίνησης, αναζωογόνηση των γειτονιών, ενίσχυση των κοινωνικών δομών, ενεργειακή αναβάθμιση των δημοτικών υποδομών, προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς και ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στον σχεδιασμό των έργων. Αυτές δεν είναι αποσπασματικές περιβαλλοντικές παρεμβάσεις. Αποτελούν πυρήνα μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την ποιότητα ζωής.
Η απουσία των Οικολόγων από το Κοινοβούλιο δεν πρέπει να οδηγήσει σε πολιτική εσωστρέφεια. Αντίθετα, δημιουργεί την ανάγκη για ακόμη μεγαλύτερη παρουσία στους χώρους όπου διαμορφώνονται οι δημόσιες πολιτικές: στους δήμους, στις επιστημονικές κοινότητες, στα πανεπιστήμια, στις οργανώσεις πολιτών, στις δημόσιες διαβουλεύσεις και στους κοινωνικούς φορείς. Οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές δεν γεννήθηκαν πάντοτε μέσα στα κοινοβούλια. Συχνά ξεκίνησαν από την κοινωνία.
Γιατί, τελικά, η ποιότητα μιας δημοκρατίας δεν αποτυπώνεται μόνο στο ποιος διαθέτει τις περισσότερες έδρες ούτε στο μέγεθος μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αποτυπώνεται στην ικανότητα των θεσμών να ακούν, να συνθέτουν, να λογοδοτούν και να ενσωματώνουν τη διαφορετική άποψη. Μετριέται από την ανθεκτικότητα των δημοκρατικών διαδικασιών απέναντι στην αλαζονεία της εξουσίας και από την προθυμία της πολιτείας να αντιμετωπίζει ακόμη και τη μειοψηφική άποψη ως αναγκαίο στοιχείο της δημοκρατικής ισορροπίας.
Η πολιτική οικολογία υπενθυμίζει ακριβώς αυτή τη θεμελιώδη αρχή: ότι η προστασία του περιβάλλοντος, η κοινωνική δικαιοσύνη, η διαφάνεια, η συμμετοχή και η θεσμική λογοδοσία δεν αποτελούν παράλληλες πολιτικές. Αποτελούν διαφορετικές όψεις της ίδιας δημοκρατικής αντίληψης για την ανάπτυξη. Και όσο οι προκλήσεις της εποχής γίνονται πιο σύνθετες, τόσο περισσότερο η δημοκρατία θα χρειάζεται όχι μόνο ισχυρές πλειοψηφίες, αλλά και ισχυρούς θεσμούς, ενεργούς πολίτες και πολιτικές δυνάμεις που θα επιμένουν να υπερασπίζονται το δημόσιο συμφέρον ακόμη και όταν δεν εκπροσωπούνται στα κοινοβουλευτικά έδρανα.



