Η ισχύς των Ηνωμένων Πολιτειών δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τη στρατιωτική τους υπεροχή, την οικονομική τους επιρροή ή την ικανότητά τους να διαμορφώνουν τις διεθνείς εξελίξεις αλλά εξαρτάται, εξίσου, από τη συνοχή του πολιτικού τους συστήματος, την εμπιστοσύνη των πολιτών και τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών. Υπό αυτό το πρίσμα, οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2026 αποκτούν σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ την ανακατανομή των εδρών στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Η δεύτερη προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ χαρακτηρίζεται από μια έντονη αντίφαση. Ενώ επιδιώκει την αποκατάσταση της αμερικανικής ισχύος μέσα από την αποφασιστική άσκηση εξωτερικής πολιτικής, βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη εσωτερική αμφισβήτηση. Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα του Pew Research Center, μόλις το 30% των Αμερικανών εγκρίνει τους προεδρικούς χειρισμούς, ενώ το 68% εκφράζει αποδοκιμασία.
Η σημαντικότερη, ωστόσο, διάσταση αυτής της αμφισβήτησης δεν είναι δημοσκοπική. Είναι βαθιά πολιτική και γεωοικονομική. Ο πόλεμος με το Ιράν ανέδειξε τα όρια της στρατιωτικής ισχύος όταν αυτή δεν συνοδεύεται από σαφή πολιτική στρατηγική και διαχειρίσιμες οικονομικές συνέπειες. Η αύξηση των ενεργειακών τιμών, η αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές και η επιβάρυνση των αμερικανικών νοικοκυριών μετατρέπουν μια εξωτερική στρατιωτική επιχείρηση σε εσωτερικό πολιτικό πρόβλημα. Δεν είναι τυχαίο ότι το 65% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τους χειρισμούς Τραμπ στο Ιράν. Εδώ βρίσκεται ένα διαχρονικό δίδαγμα της διεθνούς πολιτικής, ότι, δηλαδή, η στρατιωτική υπεροχή δεν συνεπάγεται αυτομάτως πολιτική επιτυχία, ούτε η προβολή ισχύος εξασφαλίζει κοινωνική νομιμοποίηση.
Παράλληλα, η οικονομική πολιτική της Ουάσιγκτον δημιουργεί πρόσθετες αντιφάσεις. Οι εμπορικοί δασμοί, που παρουσιάστηκαν ως μέσο προστασίας της αμερικανικής παραγωγής, προκαλούν ανησυχίες για τις επιπτώσεις τους στις τιμές και την αγοραστική δύναμη. Έρευνα του Council on Foreign Relations καταγράφει ότι το 75% των Αμερικανών ανησυχεί για το κόστος των τροφίμων.
Αυτές οι εξελίξεις αναδεικνύουν και ένα δεύτερο, εξίσου σημαντικό ζήτημα, αυτό της λειτουργία των θεσμικών αντιβάρων. Η ενδεχόμενη απώλεια του ρεπουμπλικανικού ελέγχου ενός ή και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου δεν θα αποτελούσε απλώς εκλογική ήττα αλλά θα μπορούσε να επανακαθορίσει τις σχέσεις μεταξύ εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας, ενισχύοντας τον κοινοβουλευτικό έλεγχο και περιορίζοντας τη δυνατότητα μονομερών πολιτικών πρωτοβουλιών. Ωστόσο, η εκλογική επικράτηση των Δημοκρατικών δεν είναι δεδομένη. Η πόλωση, η διαμόρφωση των εκλογικών περιφερειών και το σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικάνων διατηρούν την αναμέτρηση ανοικτή.
Για την Ευρώπη, το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία. Μια αμερικανική προεδρία με περιορισμένα εσωτερικά πολιτικά περιθώρια ενδέχεται να αναπροσαρμόσει τις προτεραιότητές της, επηρεάζοντας τη διατλαντική συνεργασία, την ενεργειακή ασφάλεια και τη διαχείριση των διεθνών κρίσεων. Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ο Τραμπ θα διατηρήσει τον έλεγχο του Κογκρέσου, αλλά κατά πόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διατηρήσουν τη διεθνή τους επιρροή ενώ δοκιμάζεται η εσωτερική πολιτική τους συνοχή. Διότι η πραγματική ισχύς μιας μεγάλης δύναμης δεν αποδεικνύεται μόνο από όσα μπορεί να επιβάλει στον κόσμο, αλλά και από όσα μπορεί να διασφαλίσει στο εσωτερικό της και τα κρισιμότερα ζητήματα επί του προκειμένου είναι η θεσμική ισορροπία, η κοινωνική εμπιστοσύνη και η δημοκρατική λογοδοσία.



