Το πολιτικό σκηνικό της Κύπρου δονείται συθέμελα μετά τις πρόσφατες αποκαλύψεις για το παρασκηνιακό δείπνο, στο οποίο συμμετείχε η Πρόεδρος της Βουλής και του ΔΗΣΥ, έστω και ως σιωπηλή παρουσία. Η αποκάλυψη ότι η δεύτερη τη τάξει πολιτειακή αξιωματούχος της χώρας βρέθηκε σε μυστική συνάντηση με τον τέως πρόεδρο του κόμματός της υπό την «κηδεμονία», την καθοδήγηση και τη μεσολάβηση γνωστού εκδότη-επιχειρηματία των ΜΜΕ και ενός αρχισυντάκτη εφημερίδας τραντάζει βάρβαρα τους θεσμούς. Όχι γιατί οι πολιτειακοί και πολιτικοί αξιωματούχοι δεν έχουν δικαίωμα να συναντούν ανθρὠπους. Δεν προκρίνεται από κανέναν η στοχοποίηση της κοινωνικότητας. Το γεγονός όμως ότι κατά τη συνάντηση αυτή ζητήθηκε από τρίτους στήριξη για την επανεκλογή της Αννίτας Δημητρίου στην Προεδρία της Βουλής – παραδόξως χωρίς η ίδια να μιλήσει – αναδεικνύει μια πρωτοφανή διάσταση στην ογκούμενη παρακμή των θεσμών στην Κύπρο. Οι δικαιολογίες περί «φιλικών συναντήσεων» και «ανταλλαγής απόψεων» δεν πείθουν κανέναν. Η πολιτική ηθική έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.
Το πρώτο και κυριότερο ζήτημα που προκύπτει είναι ο βαθύτατα εξωθεσμικός χαρακτήρας αυτής της ενέργειας. Σε μια υγιή δημοκρατία, οι πολιτικές συμφωνίες, οι διαβουλεύσεις για κρατικά αξιώματα και οι κομματικές ισορροπίες συζητούνται εντός θεσμοθετημένων οργάνων. Δεν καθορίζονται σε ψαροταβέρνες, ούτε ρυθμίζονται πίσω από κλειστές πόρτες με τη μεσολάβηση εκπροσώπων του δημοσιογραφικού κατεστημένου. Η εικόνα της Προέδρου της Βουλής να παρίσταται ως «προστατευόμενη» σε ένα τραπέζι όπου επιχειρηματίας των ΜΜΕ διαπραγματεύεται το πολιτικό της μέλλον συνιστά βαρύτατο πλήγμα στο κύρος της Βουλής. Οι θεσμοί δεν χρειάζονται «κηδεμόνες» ούτε «μεσάζοντες», για να στελεχωθούν και να λειτουργήσουν.
Η υπόθεση αυτή λαμβάνει ακόμη πιο σκοτεινές διαστάσεις, αν αναλογιστεί κανείς τη στάση της συγκεκριμένης εφημερίδας. Είναι κοινή διαπίστωση ότι αυτή «λιβανίζει» την Αννίτα Δημητρίου νυχθημερόν, παρουσιάζοντας μια εξιδανικευμένη εικόνα της, στερούμενη κάθε αντικειμενικής κριτικής. Όταν, λοιπόν, αποκαλύπτεται ότι ο ιδιοκτήτης και ο αρχισυντάκτης αυτού του μέσου ενεργούσαν ως άτυποι πολιτικοί «μεσίτες» για την εξασφάλιση της καρέκλας της Προέδρου της Βουλής, η διαφαινόμενη διαπλοκή βγάζει μάτι. Δημιουργείται η εύλογη υποψία μιας σχέσης συναλλαγής πίσω από μια τόσο εξόφθαλμη πολιτική στήριξη, επικοινωνιακή ασυλία και προώθηση στα ΜΜΕ. Αυτή η διασύνδεση της πολιτικής εξουσίας με οικονομικά και εκδοτικά συμφέροντα δηλητηριάζει τη δημόσια ζωή, πλήττει την ανεξαρτησία των θεσμών και συμβάλλει στη διόγκωση της λαϊκής καχυποψίας για τους πάντες. Απειλεί, δηλαδή, τη θεσμική συγκρότηση της χώρας και τη δημοκρατική λειτουργία σε αυτήν.
Αυτό είναι το δεινό αποτέλεσμα του επικίνδυνου μπερδέματος ανάμεσα στους ρόλους των θεσμών – πολιτικής και δημοσιογραφίας. Η δημοσιογραφία οφείλει να είναι ελεγκτής της εξουσίας, όχι ρυθμιστής και υποβολέας της. Όταν οι γραμμές αυτές θολώνουν, η ανεξαρτησία των θεσμών καταρρακώνεται. Η Αννίτα Δημητρίου, κατέχοντας το δεύτερο υψηλότερο αξίωμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, όφειλε να είναι θεματοφύλακας της διαφάνειας και της ανεξαρτησίας της νομοθετικής εξουσίας. Αντ’ αυτού, επέτρεψε στον εαυτό της να γίνει αντικείμενο εξωθεσμικής διαχείρισης. Πώς μπορούμε πια να εμπιστευτούμε τη Βουλή, όταν η ηγεσία της εμφανίζεται εξαρτώμενη από τις διαθέσεις και τις μεσολαβήσεις εκδοτών;
Για να διασωθεί ό,τι έχει απομείνει από την αξιοπιστία των θεσμών, υπάρχει μόνο ένας δρόμος. Η Πρόεδρος της Βουλής δεν μπορεί πλέον να κρύβεται πίσω από παραπλανητικές αρνήσεις γεγονότων που διαψεύδονται λίγο αργότερα ή πίσω από την αμήχανη σιωπή της. Οφείλει να αναλάβει την πολιτική ευθύνη των πράξεών της και να υποβάλει αμέσως την παραίτησή της. Οποιαδήποτε άλλη επιλογή απλώς θα παρατείνει τη θεσμική σήψη και θα επιβεβαιώσει ότι στην Κύπρο οι καρέκλες της εξουσίας – αποτέλεσμα σύμπραξης με το σύστημα – είναι πιο σημαντικές από την αξιοπρέπεια των θεσμών και την ίδια τη δημοκρατία.



