Πόσο κινδυνεύει η Κύπρος από μια κυβερνοεπίθεση σε ψυγεία υπεραγορών, όπως συνέβη στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, όταν χάκερ «χτύπησαν» ανεβάζοντας τις θερμοκρασίες και καταστρέφοντας χιλιάδες προϊόντα.
Μιλώντας στην εκπομπή Alpha Καλημέρα ο Γραμματέας του Παγκύπρου Συνδέσμου Λιανικού Εμπορίου, Μάριος Αντωνίου, δηλώνει ότι ένα τέτοιο φαινόμενο μπορεί να καταγραφεί και στην Κύπρο, κάτι το οποίο έχει θορυβήσει τον κλάδο, ωστόσο διαβεβαιώνει ότι λαμβάνονται προληπτικά μέτρα.
«Το οποιοδήποτε σύστημα, όσο προηγμένης τεχνολογίας κι αν είναι, αντιλαμβάνεστε εγκυμονεί κινδύνους. Όταν έγιναν σε τόσες χώρες το εξωτερικού, αντιλαμβάνεστε, μπορεί να γίνει και στην Κύπρο. Είναι ένα πολύ σοβαρό περιστατικό αυτό που έγινε με τους ψυκτικούς θαλάμους των υπεραγορών, που όχι μας έχει ανησυχήσει, μας έχει θορυβήσει.»
Επισημαίνει ότι λαμβάνονται όλα τα μέτρα, καθώς αναγνωρίζει τη σημασία της πρόληψης.
«Πρέπει όλοι να επαναξιολογήσουμε τα συστήματα που διαθέτουμε και κάθε επιχείρηση ξεχωριστά να δει το θέμα των συστημάτων ασφαλείας όχι σαν έξοδο, σαν επένδυση, γιατί αν υπάρχει τέτοια κρίση, αντιλαμβάνεστε η ζημιά θα είναι πολλαπλάσια της οποιασδήποτε επένδυσης.»
Ερωτηθείς αν υπάρχει τρόπος ειδοποίησης από τα συστήματα ψύξης για την εναλλαγή της θερμοκρασίας, ο κ. Αντωνίου εξηγεί ότι υπάρχει, ωστόσο σε μια περίπτωση «επίθεσης χάκερ», υπάρχει το ενδεχόμενο να παραβιαστεί το σύστημα με τρόπο που να δείχνει άλλη από την ισχύουσα θερμοκρασία. Τονίζει ότι θα πρέπει εκτός από τις ενδείξεις των ηλεκτρονικών συστημάτων, να γίνεται τακτικός ψυκτικός έλεγχος από ανθρώπινο παράγοντα, ώστε να διασφαλίζεται η τήρηση των προδιαγραφών θερμοκρασίας.
Την ανάγκη ενίσχυσης της κυβερνοασφάλειας σε επιχειρήσεις, οργανισμούς, αλλά και σε επίπεδο καθημερινής χρήσης του διαδικτύου, υπογράμμισε ο ειδικός σε θέματα κυβερνοασφάλειας Ντίνος Παστός, με αφορμή τα περιστατικά κυβερνοεπιθέσεων και την παρέμβαση χάκερ σε συνδεδεμένα συστήματα, όπως οι ψυκτικοί θάλαμοι.
Όπως εξήγησε, η τεχνολογία επιτρέπει πλέον τον απομακρυσμένο έλεγχο συσκευών και συστημάτων μέσω διαδικτύου. Ωστόσο, όταν δεν εφαρμόζονται τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, δημιουργούνται κενά ασφαλείας που μπορούν να αξιοποιηθούν από τρίτους.
Ο κ. Παστός ανέφερε ότι τέτοιου είδους παρεμβάσεις δεν απαιτούν απαραίτητα εξειδικευμένες γνώσεις ή ιδιαίτερα εξελιγμένα μέσα. Σε αρκετές περιπτώσεις, όπως είπε, μπορεί να αρκεί ένας απλός έλεγχος στο διαδίκτυο για τον εντοπισμό συστημάτων που είναι εκτεθειμένα και προστατεύονται με αδύναμους κωδικούς ή ανεπαρκείς δικλείδες ασφαλείας.
Σχολιάζοντας τα περιστατικά με τους ψυκτικούς θαλάμους, σημείωσε ότι τέτοιες επιθέσεις μπορεί να έχουν διαφορετικά κίνητρα, από οικονομικά και πολιτικά μέχρι την επίδειξη δυνατοτήτων από ομάδες χάκερ. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ορισμένες επιθέσεις να γίνονται απλώς για να προκληθεί αναστάτωση και να αποδειχθεί ότι οι δράστες μπορούν να αποκτήσουν πρόσβαση σε συστήματα.
«Μια κυβερνοεπίθεση έχει πολλούς στόχους», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι επιθέσεις αποσκοπούν στην πρόκληση χάους, επηρεάζοντας άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, το εμπόριο και τη λειτουργία οργανισμών.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις έξυπνες συσκευές (Internet of Things), οι οποίες χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως τόσο σε σπίτια όσο και σε επιχειρήσεις. Από τις ηλεκτρικές σκούπες και τα ψυγεία μέχρι τις λάμπες και άλλες οικιακές συσκευές, ολοένα και περισσότερα αντικείμενα συνδέονται στο διαδίκτυο και μπορούν να ελέγχονται εξ αποστάσεως.
Ο κ. Παστός προειδοποίησε ότι οι συσκευές αυτές ενδέχεται να αποτελέσουν ευκολότερο σημείο εισόδου για έναν χάκερ σε ένα ευρύτερο δίκτυο.
Όπως εξήγησε, ένας επιτιθέμενος μπορεί να αξιοποιήσει μια ευάλωτη έξυπνη συσκευή για να αποκτήσει πρόσβαση και σε άλλα συστήματα ενός οργανισμού. Γι’ αυτό, όπως τόνισε, η κυβερνοασφάλεια δεν πρέπει να περιορίζεται μόνο στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και στους διακομιστές, αλλά να καλύπτει κάθε συσκευή που είναι συνδεδεμένη στο δίκτυο.
Παράλληλα, υπογράμμισε τη σημασία των τακτικών αναβαθμίσεων λογισμικού, της χρήσης ισχυρών κωδικών και της εφαρμογής πρόσθετων μέτρων προστασίας, όπως τα VPN, ώστε η πρόσβαση στα συστήματα να επιτρέπεται μόνο σε εξουσιοδοτημένα πρόσωπα.
Τονίζει επίσης ότι οι οργανισμοί πρέπει να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή ποιες συσκευές είναι συνδεδεμένες στα δίκτυά τους και ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτά.
Όπως ανέφερε, είναι αναμενόμενο να εντοπίζονται κατά καιρούς αδυναμίες σε ένα σύστημα. Το σημαντικό, όμως, είναι να υπάρχει άμεση αντίδραση και αποκατάσταση των προβλημάτων, ώστε να μην παραμένουν ανοιχτές «πόρτες» για επίδοξους επιτιθέμενους.
Επισήμανε επίσης ότι η ασφάλεια των συσκευών πρέπει να αποτελεί βασικό κριτήριο κατά την επιλογή και την αγορά τους. Όπως εξήγησε, ορισμένοι κατασκευαστές δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στο χαμηλό κόστος παρά στη συντήρηση και στις τακτικές αναβαθμίσεις ασφαλείας των προϊόντων τους. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει κινδύνους, ιδιαίτερα όταν οι συσκευές παραμένουν συνδεδεμένες στο διαδίκτυο για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς έλεγχο.
«Επιστράτευση» white hat hackers
Ο Ντίνος Παστός πρότεινε, παράλληλα, την αξιοποίηση εξειδικευμένων επαγγελματιών για τον έλεγχο των συστημάτων πριν αυτά αποτελέσουν στόχο κακόβουλων επιθέσεων. Ανέφερε δύο βασικές μεθόδους: τους τακτικούς ελέγχους ασφαλείας και τα προγράμματα επιβράβευσης εντοπισμού ευπαθειών, γνωστά ως «bug bounty».
Μέσα από τέτοια προγράμματα, εταιρείες και οργανισμοί προσφέρουν οικονομική αμοιβή σε ειδικούς που, με την άδειά τους και υπό συγκεκριμένους όρους, επιχειρούν να εντοπίσουν αδυναμίες στα συστήματά τους. Με αυτόν τον τρόπο, οι οργανισμοί έχουν τη δυνατότητα να διορθώνουν τα προβλήματα πριν τα αξιοποιήσουν κακόβουλοι χρήστες.
Ο κ. Παστός έκανε επίσης αναφορά στη διάκριση μεταξύ των κακόβουλων χάκερ και των λεγόμενων «white hat hackers», δηλαδή των ειδικών που χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους για την προστασία συστημάτων και όχι για την παραβίασή τους.
Όπως σημείωσε, αρκετοί άνθρωποι που ασχολούνται με το hacking ξεκινούν από την περιέργεια και την επιθυμία να δοκιμάσουν τις δυνατότητές τους. Το ζητούμενο είναι να αξιοποιηθούν οι γνώσεις τους με θετικό τρόπο.
«Είναι όπως το σχολείο. Παίρνεις με το καλό τον μαθητή που είναι λίγο άτακτος και τον κάνεις τον καλύτερο μαθητή της τάξης, αν του δώσεις σημασία.»
Ο κ. Παστός επισημαίνει ότι η κυβερνοασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια τυπική διαδικασία ή ως ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά τους ειδικούς της πληροφορικής. Απαιτεί συνεχή έλεγχο, πρόληψη, σωστή συντήρηση των συστημάτων και αξιοποίηση των ανθρώπων που διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις, ώστε οι ψηφιακές απειλές να αντιμετωπίζονται πριν προκαλέσουν σοβαρές επιπτώσεις.



