Του Σωτήρη Κυπριανού
*Σύμβουλος Ενέργειας
Η Κύπρος για να έχει ρεύμα μέχρι το 2030, θα χρειαστεί τα επόμενα χρόνια να ξοδέψει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ σε νέες μονάδες παραγωγής, αποθήκευση και άλλες υποδομές για το ηλεκτρικό της σύστημα. Υπάρχει λοιπόν ένα πολύ απλό ερώτημα που, κατά τη γνώμη μου, δεν συζητούμε αρκετά: «Ποιος πρέπει να αποφασίζει τι θα χτίσουμε»;
Αυτό θα πρέπει να βρίσκεται στην καρδιά της συζήτησης όσων επιμένουν να επαναφέρουν στο προσκήνιο το Single Buyer Model (Μοντέλο Μοναδικού Αγοραστή) έναντι του Target Model (Μοντέλο-Στόχος), στο οποίο εδράζεται η λειτουργία της Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού (ΑΑΗ).
Στο Single Buyer υπάρχει ένας κεντρικός αγοραστής ηλεκτρισμού. Ο οργανισμός αυτός αποφασίζει τι χρειάζεται το σύστημα και στη συνέχεια μπορεί να κάνει διαγωνισμούς ώστε οι εταιρείες να ανταγωνιστούν για το ποια θα το προσφέρει φθηνότερα.
Αντίθετα, στο Target Model υπάρχουν διαφορετικοί παραγωγοί και προμηθευτές που αγοράζουν και πωλούν ηλεκτρισμό μεταξύ τους, ενώ ανταγωνίζονται για το ποιος μπορεί να τον προσφέρει φθηνότερα. Οι τιμές που δημιουργούνται μέσα από αυτόν τον ανταγωνισμό, δείχνουν πού υπάρχει έλλειψη και πού υπάρχει περίσσιος ηλεκτρισμός, και έτσι επηρεάζουν και το πού αξίζει να γίνουν νέες επενδύσεις. Στο πρώτο μοντέλο, ουσιαστικά, κάποιος αποφασίζει πρώτα τι πρέπει να γίνει και μετά γίνεται ο διαγωνισμός. Στο δεύτερο μοντέλο δίνεται πολύ μεγαλύτερος χώρος στις διαφορετικές λύσεις να ανταγωνιστούν μεταξύ τους μέσα στην αγορά.
Ακούγεται λογικό να υπάρχει ένας οργανισμός που να οργανώνει διαγωνισμούς. Και πράγματι, ένας καλός διαγωνισμός μπορεί να πετύχει χαμηλή τιμή. Υπάρχει όμως ένα πρόβλημα. Ο διαγωνισμός μπορεί να μας πει ποιος θα κατασκευάσει κάτι φθηνότερα. Δεν μπορεί να μας πει εάν αποφασίσαμε εξαρχής να κατασκευάσουμε το σωστό πράγμα. Μπορεί λοιπόν να πετύχουμε εξαιρετική τιμή στον διαγωνισμό και παρ’ όλα αυτά να έχουμε επιλέξει λάθος επένδυση. Εδώ βρίσκεται, για μένα, η μεγάλη διαφορά μεταξύ του Single Buyer Model έναντι του Target Model και της ανταγωνιστικής αγοράς.
Σε μια σωστά σχεδιασμένη αγορά, όταν υπάρχει έλλειψη ηλεκτρισμού συγκεκριμένες ώρες, οι τιμές ανεβαίνουν. Όταν υπάρχει υπερβολικά πολλή παραγωγή, οι τιμές πέφτουν. Αυτές οι διαφορές δείχνουν στους επενδυτές πού υπάρχει πραγματική ανάγκη. Αν για παράδειγμα έχουμε πολύ φθηνό ηλεκτρισμό το μεσημέρι αλλά ακριβό ηλεκτρισμό το βράδυ, ένας επενδυτής μπορεί να δει ευκαιρία για αποθήκευση. Κάποιος άλλος μπορεί να βρει μια διαφορετική ή ακόμα καλύτερη λύση. Διότι, δεν ανταγωνίζονται μόνο οι εταιρείες. Ανταγωνίζονται και οι λύσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι το κράτος πρέπει να αφήσει το ηλεκτρικό σύστημα στην τύχη του. Η πολιτεία και οι αρμόδιοι φορείς πρέπει να καθορίζουν τα επίπεδα ασφάλειας και επάρκειας του συστήματος, καθώς και τις ανάγκες των δικτύων. Δεν είναι όμως απαραίτητο να αποφασίζουν κάθε φορά ποια συγκεκριμένη τεχνολογία θα κερδίσει.
Η πρόσφατη απόφαση για τη Δεκέλεια δείχνει γιατί αυτή η συζήτηση δεν είναι θεωρητική. Η ΑΗΚ έχει προχωρήσει σε επένδυση περίπου €140 εκατ. για τρεις νέους αεριοστρόβιλους. Πρόκειται για μονάδες που μπορούν να ξεκινούν γρήγορα και είναι χρήσιμες κυρίως όταν η ζήτηση είναι πολύ ψηλή. Προσωπικά, έχω εξετάσει τη συγκεκριμένη επένδυση μέσα από διαφορετικά οικονομικά σενάρια. Με βάση τα σενάρια που έχω μοντελοποιήσει και με παραδοχές για λειτουργία κυρίως ως μονάδες αιχμής, εκτιμώ ότι το κόστος παραγωγής μπορεί να κινηθεί περίπου στα €0,55–€0,60 ανά kWh. Σε ορισμένα από τα σενάρια, η λειτουργία αυτών των μονάδων μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση του συνολικού κόστους ηλεκτρισμού της χώρας ακόμα και κατά 16% περίπου, σε σχέση με το αντίστοιχο σενάριο χωρίς αυτή την επίδραση. Δεν σημαίνει ότι το ρεύμα θα αυξηθεί υποχρεωτικά κατά 16%. Σημαίνει όμως ότι, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες λειτουργίας, μια επενδυτική επιλογή αυτού του μεγέθους μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά το συνολικό κόστος ηλεκτρισμού, που τελικά επιβαρύνει τη χώρα και τους καταναλωτές.
Ακριβώς επειδή κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει με βεβαιότητα ποια τεχνολογία θα είναι η πιο οικονομική και κατάλληλη για τα επόμενα 10 ή 20 χρόνια, γιατί να μην αφήσουμε διαφορετικές λύσεις να ανταγωνιστούν; Υπάρχει και κάτι ακόμα που δεν βγάζει νόημα στη συζήτηση για υιοθέτηση του Single Buyer. Ακούμε ότι ένας κεντρικός οργανισμός μπορεί μέσω μειοδοτικών διαγωνισμών να αγοράσει φθηνότερο ηλεκτρισμό. Ωραία. Η σημερινή ανταγωνιστική αγορά δεν εμποδίζει την ΑΗΚ και την κάθε ΑΗΚ να αγοράσει φθηνή ενέργεια, να κάνει συμφωνίες και να προσφέρει καλύτερες τιμές. Αν μπορεί να εξασφαλίσει ηλεκτρισμό στα 8, στα 7 ή στα 6 σεντς, μπορεί να το κάνει για ανταγωνιστεί τους υπόλοιπους. Γιατί χρειάζεται να κλείσει η αγορά για να γίνει αυτό; Τι προσθέτει λοιπόν πραγματικά το Single Buyer;
Όχι τη δυνατότητα να γίνονται μειοδοτικοί διαγωνισμοί. Αυτή υπάρχει ήδη. Όχι τη δυνατότητα να αγοράζεται φθηνή ενέργεια. Και αυτή υπάρχει ήδη. Αυτό που προσθέτει είναι ότι τελικά υπάρχει ένας μόνο αγοραστής. Και εδώ προκύπτει ένα ακόμα πιο ουσιαστικό ερώτημα: αν όλα όσα παρουσιάζονται ως πλεονεκτήματα του Single Buyer μπορούν ήδη να εφαρμοστούν μέσα σε μια ανταγωνιστική αγορά, μήπως αυτό που πραγματικά ενοχλεί ορισμένους δεν είναι ο τρόπος που αγοράζεται η ενέργεια, αλλά ο ίδιος ο ανταγωνισμός;
Ακούστηκε επίσης πρόσφατα ότι σήμερα έχουμε ολιγοπώλιο επειδή υπάρχουν λίγες μεγάλες εταιρείες στην αγορά. Η ανησυχία είναι θεμιτή. Πρέπει να έχουμε υπόψη όμως ότι η ανταγωνιστική αγορά λειτουργεί από τον Οκτώβριο του 2025. Μέχρι τότε είχαμε για δεκαετίες μια αγορά όπου η ΑΗΚ κυριαρχούσε σχεδόν απόλυτα. Δεν μπορείς να μετατρέψεις ένα μονοπώλιο σε ώριμη ανταγωνιστική αγορά μέσα σε λίγους μόλις μήνες. Αν σήμερα υπάρχουν λίγοι ανταγωνιστές, η λύση είναι να γίνουν περισσότεροι. Όχι να επιστρέψουμε στον έναν.
Η αγορά δεν είναι τέλεια. Ούτε όμως ένας οργανισμός μπορεί να προβλέψει με ακρίβεια το μέλλον. Η πολιτεία πρέπει να αποφασίζει τι χρειάζεται το σύστημα. Όπου υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι για να καλυφθεί αυτή η ανάγκη, πρέπει να αφήνουμε τον ανταγωνισμό να μας δείξει ποιος μπορεί να το κάνει καλύτερα και φθηνότερα. Μόνο έτσι θα έχουμε ουσιαστικές μειώσεις στο συνολικό κόστος ηλεκτρισμού, που είναι και το ζητούμενο όλων μας.



