Η τουρκική εισβολή του καλοκαιριού του 1974 αποτελεί τη μεγαλύτερη οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική καταστροφή στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Μέσα σε λίγες εβδομάδες, μια οικονομία που αναπτυσσόταν με μέσο ετήσιο ρυθμό 7,4% κατά τα πρώτα δεκατέσσερα χρόνια της ανεξαρτησίας της βρέθηκε στο χείλος της πλήρους κατάρρευσης.
Η βίαιη ανατροπή των ισορροπιών μηδένισε σχεδόν τους μετρητές σε όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας. Ωστόσο, η μεθοδική διαχείριση που ακολούθησε τα επόμενα χρόνια οδήγησε σε μια ταχύτατη ανάκαμψη, την οποία διεθνείς οργανισμοί και αναλυτές χαρακτήρισαν ως «οικονομικό θαύμα».
Στο «Σημείο Μηδέν»
Η στρατιωτική κατάληψη του 37% περίπου του εδάφους της Κύπρου απέκοψε τη χώρα από τους πιο παραγωγικούς της πόρους. Περίπου τα δύο τρίτα έως και το 70% των πλουτοπαραγωγικών πηγών και των κεφαλαιουχικών επενδύσεων περιήλθαν υπό τον έλεγχο των κατοχικών δυνάμεων.
Ο βίαιος εκτοπισμός περίπου 200.000 Ελληνοκυπρίων, που αντιπροσώπευαν το ένα τρίτο του συνολικού πληθυσμού, δημιούργησε ένα τεράστιο προσφυγικό πρόβλημα με τεράστιες ελλείψεις σε στέγαση, υγεία και εκπαιδευτικές υποδομές.
Η οικονομική δραστηριότητα υπέστη συντριπτικό πλήγμα, με το ΑΕΠ της χώρας να συρρικνώνεται συνολικά κατά 23% την περίοδο 1974–1975, καταγράφοντας μείωση 7,7% το 1974 και 15,6% το 1975.
Παράλληλα, η ανεργία, που το 1973 βρισκόταν στο 1,3% υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, εκτινάχθηκε αμέσως μετά την εισβολή στο 10% το 1974 και στο 16,9% το 1975. Ο συνολικός αριθμός εγγεγραμμένων και μη ανέργων υπολογίζεται ότι άγγιξε το 25% έως και το 35% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού.
Ταυτόχρονα, η χώρα απώλεσε τις κύριες πύλες εισόδου και εξόδου της. Χάθηκε το Διεθνές Αεροδρόμιο Λευκωσίας, οδηγώντας σε πλήρη διακοπή των αεροπορικών συνδέσεων μέχρι τον Φεβρουάριο του 1975, καθώς και το Λιμάνι της Αμμοχώστου, από το οποίο διεξαγόταν πάνω από το 80% του συνολικού εμπορίου της χώρας.
Στον τουριστικό τομέα, περίπου τα δύο τρίτα με 70% των ξενοδοχειακών μονάδων και των ανεπτυγμένων υποδομών σε Αμμόχωστο και Κερύνεια πέρασαν υπό τουρκική κατοχή.
Σημαντικές ήταν οι απώλειες και στον πρωτογενή τομέα, ο οποίος στις αρχές της δεκαετίας του 1970 αντιπροσώπευε το 20% της οικονομίας. Η κατοχή των εύφορων περιοχών της Μόρφου, της πεδιάδας της Μεσαορίας, της Καρπασίας και της Κερύνειας στέρησε το 79% της παραγωγής εσπεριδοειδών, το 68% των σιτηρών, το 45% των ελιών, το 100% του καπνού και το 25% των πατατών, ενώ παράλληλα χάθηκε το μεγαλύτερο μέρος της κτηνοτροφίας, των μεταλλείων, των λατομείων και πολλών βιομηχανικών εγκαταστάσεων.
Η δραματική αυτή μείωση των εισοδημάτων προκάλεσε δημοσιονομικά ελλείμματα, πτώση των αποταμιεύσεων, φυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό και έντονη πίεση στα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας.
Έκτακτα Σχέδια Οικονομικής Δράσης
Για την αντιμετώπιση της κρίσης και την αποτροπή της κατάρρευσης, το κράτος ανέλαβε καθοριστικό παρεμβατικό ρόλο. Το 1975 καταρτίστηκε το 1ο Διετές Έκτακτο Σχέδιο Οικονομικής Δράσης, το οποίο ακολούθησαν ακόμα τρία στη συνέχεια, με στόχο την προσωρινή στέγαση των εκτοπισμένων, τη δημιουργία ευκαιριών απασχόλησης, την αναπλήρωση της χαμένης παραγωγής και την επανέναρξη των επενδύσεων.
Στο πλαίσιο αυτό, υιοθετήθηκε επιθετική επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, με τη δημιουργία ελλειμμάτων που κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο στο -5,7% την περίοδο 1975–1985. Τα κεφάλαια διοχετεύθηκαν σε παραγωγικά έργα υποδομής, όπως η κατασκευή του νέου Αεροδρομίου Λάρνακας, η αναβάθμιση των λιμανιών Λεμεσού και Λάρνακας, η δημιουργία νέων βιομηχανικών περιοχών, οδικών δικτύων, σχολείων και προσφυγικών καταυλισμών.
Παράλληλα, εφαρμόστηκαν στοχευμένα νομισματικά και πιστωτικά μέτρα. Η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου μείωσε τα όρια υποχρεωτικής ρευστότητας των τραπεζών και εισήγαγε σύστημα ποινών για όσες διατηρούσαν υπερβολική ρευστότητα, ενθαρρύνοντας έτσι τη δανειοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα.
Για τη χρηματοδότηση τομέων προτεραιότητας δημιουργήθηκε ειδικό ταμείο στην Κεντρική Τράπεζα, παρασχέθηκαν κυβερνητικές εγγυήσεις σε ιδιωτικά δάνεια και η Τράπεζα Αναπτύξεως εξέδωσε ομολογιακό δάνειο ύψους ενός εκατομμυρίου λιρών.
Επιπλέον, μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων μειώθηκαν τα εισοδήματα και τα ενοίκια, δόθηκαν φορολογικά κίνητρα στις επιχειρήσεις και παρασχέθηκαν δημόσια βοηθήματα σε όσους δεν μπορούσαν να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες, ενώ οι συντεχνίες αποδέχθηκαν μειώσεις μισθών για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.
Στρατηγική αναδιάρθρωση
Η επαναδραστηριοποίηση της οικονομίας βασίστηκε στην προώθηση πολιτικών εντάσεως εργασίας, δηλαδή τομέων που απαιτούσαν αυξημένο εργατικό δυναμικό για την άμεση απορρόφηση των ανέργων. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη βιομηχανία ένδυσης και υπόδησης, καθώς και στην εκτέλεση στεγαστικών και κατασκευαστικών έργων.
Αυτό οδήγησε σε μια δομική μετατόπιση του εργατικού δυναμικού από τη γεωργία προς τη μεταποίηση, τις κατασκευές, το εμπόριο και τις υπηρεσίες. Ενδεικτικά, το μερίδιο της γεωργικής εργασίας στην αμειβόμενη απασχόληση μειώθηκε από 29,4% το 1976 σε 20,1% το 1985.
Αντίστοιχα, ο αριθμός των εργαζομένων στη μεταποίηση διπλασιάστηκε από 24,3 χιλιάδες το 1975 σε 48,5 χιλιάδες το 1990, στις κατασκευές αυξήθηκε από 8,9 χιλιάδες σε 23,2 χιλιάδες και στο εμπόριο από 16,2 χιλιάδες σε 36,8 χιλιάδες.
Κυριότερος μοχλός ανάπτυξης της βιομηχανίας υπήρξε η ραγδαία αύξηση των εξαγωγών βιομηχανικών προϊόντων, οι οποίες σημείωσαν αύξηση 37,6% το 1975 και 55,1% το 1980. Το 1978, τα είδη ένδυσης και υπόδησης αποτελούσαν το 22,6% των συνολικών εξαγωγών, οι πατάτες το 10,4% και το τσιμέντο το 8,0%, ενώ σημαντική ήταν και η συνεισφορά των εσπεριδοειδών, των κρασιών και των τσιγάρων.
Οι εξωτερικοί παράγοντες
Στην προσπάθεια ανασυγκρότησης συνέβαλαν αποφασιστικά και ευνοϊκές εξωτερικές συγκυρίες. Η ξένη οικονομική βοήθεια συμπλήρωσε κρίσιμα κενά, με την Ελλάδα να προσφέρει περίπου 126 εκατομμύρια λίρες και τις ΗΠΑ 45 εκατομμύρια λίρες κατά τη δεκαετία που ακολούθησε, συμβάλλοντας στον περιορισμό των δημοσιονομικών ελλειμμάτων και στην κάλυψη των αναγκών των προσφύγων.
Παράλληλα, η μετανάστευση Κυπρίων εργατών στο εξωτερικό μείωσε τα ποσοστά ανεργίας και απέφερε σημαντικούς πόρους. Τα εμβάσματα των εργαζομένων στο εξωτερικό την περίοδο 1976–1985 ανήλθαν σε 255 εκατομμύρια λίρες, ξεπερνώντας το συνολικό ποσό της ξένης οικονομικής βοήθειας.
Επιπλέον, η πετρελαϊκή άνθηση στις αραβικές χώρες αύξησε την αγοραστική τους δύναμη, γεγονός που αξιοποίησε η κυπριακή επιχειρηματική τάξη εξασφαλίζοντας μεγάλα κατασκευαστικά συμβόλαια, εξάγοντας βιομηχανικά προϊόντα και προσελκύοντας τουρισμό.
Ταυτόχρονα, η κρίση στον Λίβανο και η καταστροφή της Βηρυτού ως εμπορικού κέντρου ώθησαν πολλές ξένες εταιρείες να μετεγκατασταθούν στην Κύπρο, μετατρέποντάς την σταδιακά από το 1976 σε διεθνές κέντρο παροχής υπηρεσιών, ναυτιλίας και χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων.
Το «Οικονομικό Θαύμα»
Ο συνδυασμός της κρατικής μέριμνας, της ιδιωτικής πρωτοβουλίας και των ευνοϊκών εξωτερικών συνθηκών έφερε ταχύτερη από την αναμενόμενη ανάκαμψη. Η ανεργία υποχώρησε στο 8,6% το 1976 και στο 3,1% το 1977, επαναφέροντας τη χώρα σε συνθήκες ουσιαστικά πλήρους απασχόλησης μέσα σε μόλις τρία χρόνια.
Κατά τη δεκαετία 1976–1985, ο μέσος ετήσιος ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ ξεπέρασε το 15%. Στον τομέα του τουρισμού, με τη δημιουργία νέων ξενοδοχειακών μονάδων στις ελεύθερες περιοχές, ο αριθμός των αφίξεων επανήλθε στα επίπεδα του 1973 ήδη από το 1978.
Η ταχύτητα με την οποία αποτράπηκε η πλήρης κατάρρευση και αποκαταστάθηκε η οικονομική δραστηριότητα οδήγησε διεθνείς οργανισμούς στο να αποδώσουν στην Κύπρο τον όρο «οικονομικό θαύμα».
Παραπλανητική όψη
Παρά την εντυπωσιακή ανάκαμψη, οι επιπτώσεις της εισβολής και της συνεχιζόμενης κατοχής άφησαν ανεξίτηλα αποτυπώματα στην κυπριακή οικονομία και κοινωνία. Δημιουργήθηκαν έντονες κοινωνικοοικονομικές ανισότητες σε βάρος των εκτοπισμένων.
Είναι χαρακτηριστικό ότι τον Σεπτέμβριο του 1976, το 17% των προσφυγικών νοικοκυριών στις αστικές περιοχές δεν διέθετε ξεχωριστή κουζίνα και το 40% δεν διέθετε μπάνιο ή ντους, έναντι 5% και 22% αντίστοιχα για τα μη προσφυγικά νοικοκυριά, ενώ το στεγαστικό πρόβλημα παρέμεινε οξύ για χρόνια.
Σε επίπεδο παραγωγικού μοντέλου, ο πρωτογενής τομέας ουδέποτε μπόρεσε να επανέλθει στα προ της εισβολής επίπεδα λόγω της στέρησης πρόσβασης στις πιο εύφορες γεωργικές εκτάσεις της Μεσαορίας.
Επιπλέον, οι αναγκαστικές πολιτικές εντάσεως εργασίας και χαμηλού κόστους, αν και έσωσαν την απασχόληση βραχυπρόθεσμα, επέφεραν πλήγμα στη μακροπρόθεσμη ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής.
Όπως είχε τονίσει ο τότε Υπουργός Οικονομικών Ανδρέας Πατσαλίδης το 1977, η επιφανειακή εικόνα της ανάκαμψης στις ελεύθερες περιοχές μπορεί να παρουσιάζει μια παραπλανητική όψη. Πίσω από την οικονομική δραστηριότητα και την ευημερία παρέμεινε η σκληρή πραγματικότητα της κατοχής του 70% των πλουτοπαραγωγικών πόρων, της προσφυγοποίησης του 40% του πληθυσμού και του αγώνα για επιβίωση και αποκατάσταση της δικαιοσύνης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: ΒΙΝΤΕΟ: Ο πρώτος «μαύρος» Δεκαπενταύγουστος του 1974 στη λαβωμένη Αμμόχωστο | AlphaNews



