Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρίσκεται η πολυαναμενόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, με τις διεκδικήσεις των κοινωνικών εταίρων να συγκρούονται γύρω από το κόστος και τη βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ). Φιλοξενούμενος στην εκπομπή «Alpha Ενημέρωση», ο οικονομολόγος Τάσος Γιασεμίδης προχώρησε σε μια ρεαλιστική ανάγνωση των δεδομένων, αναλύοντας τις δημοσιονομικές παραδοχές και τα στενά όρια των παρεμβάσεων.
Διαβάστε ακόμα: Συνταξιοδοτικό: Τα αναπάντητα ερωτήματα και οι «κόκκινες» γραμμές
Περιορισμένα περιθώρια
Όπως εξήγησε ο κ. Γιασεμίδης, η κυβερνητική πρόθεση επικεντρώνεται προς το παρόν αποκλειστικά στον πρώτο πυλώνα του συστήματος, γεγονός που θέτει αντικειμενικούς φραγμούς σε γενναίες παροχές. «Όταν δεν αυξάνονται οι εισφορές και όταν δεν αυξάνεται το όριο αφυπηρέτησης, τα περιθώρια μιας τέτοιας μεταρρύθμισης είναι περιορισμένα», υπογράμμισε. Παράλληλα, σημείωσε ότι οι εκτιμήσεις για το συνολικό κόστος στηρίζονται σε συγκεκριμένες παραδοχές —όπως ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας κοντά στο 2% και απόδοση του ΤΚΑ γύρω στο 3,5%— προειδοποιώντας ότι τα χρήματα των ασφαλισμένων δεν επιτρέπεται να εκτίθενται σε επενδυτικά ρίσκα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα του δεύτερου πυλώνα (Ταμεία Προνοίας), ο οποίος σε άλλες χώρες λειτουργεί συμπληρωματικά για να εξασφαλίσει αξιοπρεπές εισόδημα στους συνταξιούχους. Υπενθύμισε ότι στην Κύπρο ο συντελεστής αναπλήρωσης του μισθού κινείται μόλις στο 40%, ενώ μια σταθερή καταβολή 10% σε Ταμείο Προνοίας για 30–40 χρόνια μπορεί να αυξήσει την αναπλήρωση έως και κατά 25 μονάδες.
«Το ΤΚΑ έχει περιορισμένους τρόπους να ενισχύσει τις συντάξεις και να παραμείνει βιώσιμο. Σε όλες τις χώρες του κόσμου αυτό συμπληρώνεται από τον δεύτερο πυλώνα», επεσήμανε.
Σχετικά με τους χαμηλοσυνταξιούχους, ο οικονομολόγος ξεκαθάρισε ότι το ΤΚΑ είναι αμιγώς ανταποδοτικό και δεν μπορεί να υποκαταστήσει την κοινωνική πολιτική του κράτους (όπως το ΕΕΕ), χαιρετίζοντας ωστόσο ως θετική την πρόνοια για πίστωση μονάδων σε άτομα που μένουν εκτός εργασίας για οικογενειακή φροντίδα. Παράλληλα, ανέφερε ότι βρίσκεται υπό εξέταση η επιβολή εισφορών και σε άλλα εισοδήματα, όπως τα μερίσματα.
«Υπήρξαν περιπτώσεις μονοπρόσωπων εταιρειών όπου υπήρχε κίνητρο μείωσης του μισθού και καταβολής μερισμάτων με 5% έκτακτη άμυνα», εξήγησε, ώστε να αποφεύγονται οι εισφορές.
Διαβάστε ακόμα: Συνταξιοδοτικό: Έφυγαν… προβληματισμένοι και με απορίες οι κοινωνικοί εταίροι
Αγγίζοντας το «καυτό» ζήτημα του ορίου ηλικίας, ο κ. Γιασεμίδης υπογράμμισε ότι οι απαιτήσεις δεν μπορούν να αντικρούουν τους νόμους της οικονομίας: «Δεν μπορεί κάποιος να ζητά μεγάλες αυξήσεις στις συντάξεις και την ίδια στιγμή να λέει να μην υπάρξουν αυξήσεις στις εισφορές, αλλά ούτε να αυξηθεί το όριο. Τα δύο συγκρούονται».
Σημείωσε ότι ο ευρωπαϊκός μέσος όρος συνταξιοδότησης αγγίζει ήδη τα 67 έτη, συμφωνώντας ότι θα πρέπει να προβλεφθούν ασφαλιστικές δικλείδες και αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης σε περίπτωση ελλείμματος στο Ταμείο.
Διαβάστε ακόμα: Σκληρό διαπραγματευτικό πόκερ για το συνταξιοδοτικό
Καταλήγοντας, αναφέρθηκε στην αρχή της διαγενεακής δικαιοσύνης, τονίζοντας ότι οι νεότερες γενιές δεν πρέπει να νιώσουν αδικημένες πληρώνοντας για αυξήσεις παλαιότερων. Υπενθύμισε ότι υπάρχουν ήδη νομοθετημένες αυξήσεις εισφορών (2029, 2034, 2039) μέχρι να φτάσουν στο 10,3% εκατέρωθεν, ενώ έθεσε και το ζήτημα διαχείρισης του εσωτερικού κρατικού δανεισμού από το ΤΚΑ.
Όπως τόνισε, η νέα αναλογιστική μελέτη θα συνυπολογίσει το ποσοστό απασχόλησης και το ύψος του μέσου μισθού, προκειμένου να καταδειχθεί αν το μεταρρυθμιστικό σχέδιο αντέχει στον χρόνο.



