Η πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας, Νίκου Χριστοδουλίδη, για τον καθορισμό τρόπων λειτουργικής ενεργοποίησης του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ, είναι θετική, κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση και θα είναι ευεργετική περισσότερο στην πολιτική θωράκιση της Κυπριακής Δημοκρατίας και των άλλων κρατών – μελών, υπό τον μανδύα της ΕΕ, είπε στο ΚΥΠΕ, ο πρώην Βουλευτής, Ειδικός σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής, επικεφαλής Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών Άριστος Αριστοτέλους, σημειώνοντας ωστόσο, ότι σε ένα περιβάλλον όπου η ισχύς εξακολουθεί να καθορίζει τις εξελίξεις, η αποτροπή δεν οικοδομείται με ρήτρες και νομοθετήματα, αλλά με ικανότητες.
Ταυτόχρονα διευκρίνισε ότι το Άρθρο 42.7 δεν σημαίνει απαραίτητα και στρατιωτική θωράκιση που συνιστά σημαντικότατο στοιχείο αποτροπής των απειλών που αντιμετωπίζει η Κύπρος και ιδιαίτερα από την πλευρά της Τουρκίας. Επεσήμανε περαιτέρω ότι αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής μέσα από την ενεργοποίηση του Άρθρου 42.7 της Συνθήκης της ΕΕ, μειονεκτεί, καθώς κάποια κράτη-μέλη της ΕΕ είναι σύμμαχοι της Τουρκίας, στον Οργανισμό Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ).
Σε συνέχεια σχετικής γραπτής ανάλυσης του, ο κ. Αριστοτέλους ανέφερε ότι η ενεργοποίηση του Άρθρου 42.7, παρά την προαναφερθείσα δυσλειτουργικότητα δεν παύει να προσθέτει κατά έναν τρόπο στην αποτρεπτική αντίληψη για απειλές που μπορεί να προέρχονται από διάφορες κατευθύνσεις.
Επικαλέστηκε ακολούθως, το πρόσφατο παράδειγμα της συνδρομής κρατών-μελών της ΕΕ στην αντιμετώπιση του κινδύνου επιθέσεων με εχθρικά drones στην ουσία κατά των Βρετανικών Βάσεων , αλλά που θα μπορούσαν να πλήξουν και την κυπριακή επικράτεια.
Συνοψίζοντας, ο κ. Αριστοτέλους ανέφερε ότι η πρωτοβουλία του Προέδρου της Δημοκρατίας αποτελεί θετική κίνηση, η οποία έχει περισσότερο πολιτικό περιεχόμενο σε ό,τι αφορά την προστασία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Πρόσθεσε ότι για να επιτευχθεί πληρέστερη δυνατότητα αποτροπής η Κυπριακή Δημοκρατία πρέπει να διαμορφώσει εθνική στρατηγική αποτροπής στην οποία θα εντάσσονται το πολιτικό στοιχείο, τα νομικά στοιχεία και κατά κύριο λόγο το στρατιωτικό στοιχείο που είναι ο ουσιαστικότερος παράγοντας στην εφαρμογή μια αποτρεπτικής τάσης.
Ανέφερε ακολούθως ότι στο στρατιωτικό στοιχείο έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος της Ελλάδας που είναι η κύρια χώρα που θα συνδράμει στρατιωτικά την Κύπρο. Ανέφερε ταυτόχρονα ότι προσθέτει στα ερείσματα αποτροπής σε μια αποτρεπτική στάση της Κυπριακής Δημοκρατίας, έναντι διαφόρων απειλών και η όποια συνδρομή στρατιωτική ή/και πολιτική από άλλα κράτη – μέλη της ΕΕ, όπως από τη Γαλλία.
Στη γραπτή ανάλυση, ο κ. Αριστοτέλους σημειώνει ότ η πρωτοβουλία Χριστοδουλίδη αποτελεί μια σοβαρή και χρήσιμη προσπάθεια ενίσχυσης της κυπριακής ασφάλειας μέσω της ευρωπαϊκής διάστασης. Δεν συνιστά στρατηγική λύση, αλλά μπορεί να βελτιώσει τις συνθήκες αντίδρασης και να ενισχύσει τα πολιτικά αποτρεπτικά θεμέλια της χώρας και διατυπώνει τη θέση ότι η πραγματική της αξία θα κριθεί από το κατά πόσο θα ενταχθεί σε μια ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική αποτροπής. Επισημαίνει δε ότι χωρίς αυτή τη βάση, ακόμη και οι πιο φιλόδοξες ευρωπαϊκές ρήτρες θα παραμείνουν περισσότερο πολιτικά σήματα προθέσεων παρά αξιόπιστοι μηχανισμοί αποτροπής.
Διατυπώνει τη θέση ότι το Άρθρο 42.7 μπορεί να ενισχύσει τα πολιτικά ερείσματα αποτροπής της Κύπρου, αλλά δεν συνιστά —ούτε μπορεί να καταστεί— μηχανισμός αξιόπιστης στρατιωτικής αποτροπής έναντι της Τουρκίας.
Αναφέρει ακόμα ότι το Άρθρο 42.7 δεν συνιστά μηχανισμό συλλογικής άμυνας συγκρίσιμο με το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, καθώς πρόκειται για ρήτρα πολιτικής αλληλεγγύης με δυνητική στρατιωτική διάσταση, όχι για σύστημα αυτόματης συλλογικής άμυνας. Η απουσία ενιαίας στρατιωτικής διοίκησης, προκαθορισμένων δυνάμεων και —κυρίως— της πυρηνικής ομπρέλας των Ηνωμένων Πολιτειών περιορίζει ουσιωδώς την αποτρεπτική του αξιοπιστία, σημειώνει, διατυπώνοντας τη θέση ότι ακόμη και με ένα βελτιωμένο επιχειρησιακό πλαίσιο, η ενεργοποίησή του θα εξακολουθήσει να εξαρτάται από εθνικές πολιτικές αποφάσεις, γεγονός που εισάγει εγγενή αβεβαιότητα ως προς την ταχύτητα, την ένταση και τη μορφή της αντίδρασης.
Σε ένα πιθανό σενάριο κρίσης στην Ανατολική Μεσόγειο, με επίκεντρο την Κύπρο, ο κ. Αριστοτέλους διατυπώνει τη θέση ότι η εφαρμογή του Άρθρου 42.7 είναι πιο ρεαλιστικό να λάβει τη μορφή ενός «συνασπισμού προθύμων» (coalition of the willing), με διαφοροποιημένα επίπεδα εμπλοκής. Ξεκαθαρίζει ότι η Ελλάδα θα αποτελούσε τον βασικό πυλώνα στρατιωτικής στήριξης, ενώ χώρες όπως η Γαλλία θα μπορούσαν να συμβάλουν αποτρεπτικά μέσω στοχευμένης παρουσίας ή επιλεκτικής εμπλοκής. Εκτιμά ότι άλλα κράτη-μέλη ενδέχεται να περιοριστούν σε πολιτική, οικονομική ή υλικοτεχνική στήριξη, αντανακλώντας τις διαφορετικές στρατηγικές τους προτεραιότητες. Επισημαίνει επίσης ότι η προσέγγιση αυτή, αν και πρακτικά ρεαλιστική, υπονομεύει την προβλεψιμότητα της ευρωπαϊκής αντίδρασης και, κατ’ επέκταση, την αποτρεπτική της αξιοπιστία.
Στην παρατήρηση ότι οι πλείστες συρράξεις έχουν αιτίες γεωπολιτικά – οικονομικά συμφέροντα και διεκδικήσεις, ο κ. Αριστοτέλους είπε ότι από θεωρητικής σκοπιάς το θέμα του πολέμου και τα αίτια είναι τεράστιο θέμα. Πρόσθεσε ότι υπάρχουν πάρα πολλές θεωρίες που προσπαθούν να ερμηνεύσουν αυτά τα στοιχεία, διευκρινίζοντας ότι οι στρατηγικές μελέτες δεν υπεισέρχονται στην από επιστημονικής σκοπιάς εξέταση των αιτίων μια σύρραξης, που μπορεί να είναι ανθρωπολογικά, γεωπολιτικά, κοινωνικά, κ.τ.λ., αλλά η επιστήμη της στρατιωτικής στρατηγικής λαμβάνει ως δεδομένο ότι υπάρχουν αυτά τα φαινόμενα στην ανθρωπότητα και προσπαθεί να τα αντιμετωπίσει με τον αποτελεσματικότερο δυνατό τρόπο.
«Σίγουρα γεωπολιτικά συμφέροντα, ή οικονομικά συμφέροντα συνοψίζονται σε εθνικά συμφέροντα και εθνικές προτεραιότητες επηρεάζουν την κάθε χώρα στην άσκηση της εξωτερικής και αμυντικής της πολιτικής και εκεί που κρίνει σκόπιμο και δυνατό στη χρησιμοποίηση του στρατιωτικού στοιχείου για την προστασία ή την προώθηση των εθνικών αυτών συμφερόντων».
Κληθείς να διατυπώσει την εκτίμηση του για τα εξοπλιστικά προγράμματα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την οργάνωση της αποτρεπτικής της ισχύος, ο κ. Αριστοτέλους είπε ότι είπε ότι εντοπίζονται διάφορα θέματα που χρήζουν αντιμετώπισης σε σύγκριση με ότι υπάρχει στην άλλη πλευρά που ενδέχεται να κληθεί να αντιμετωπίσει η Κυπριακή Δημοκρατία.
Μεταξύ άλλων σημείωσε ότι η μείωση της στρατιωτικής θητείας επηρέασε την αριθμητική δύναμη της Εθνικής Φρουράς. Πρόσθεσε το πρόβλημα που παρατηρείται με τα οπλικά συστήματα και την ανάγκη αντικατάστασης του ρωσικού οπλισμού και επεσήμανε το γεγονός της τουρκικής υπεροπλίας στον αέρα και τη θάλασσα, διατυπώνοντας τη θέση ότι υπάρχει έδαφος να καλυφθεί.
Για να καλυφθεί αυτό το έδαφος και τα κενά χρειάζεται ένας μακροχρόνιος σχεδιασμός, είπε διευκρινίζοντας ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει δυνατότητα να εξασφαλισθεί ισάριθμή δυνατότητα με αυτήν στην απέναντι πλευρά.
Στην ανάλυση ο κ. Αριστοτέλους επισημαίνει ότι η Τουρκία διαθέτει σαφή στρατιωτική υπεροχή και έχει επανειλημμένα επιδείξει προθυμία ανάληψης ρίσκου, ιδίως σε συνθήκες «γκρίζων ζωνών» και υβριδικών πιέσεων. Προσθέτει ότι σε αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια μετάβασης του Άρθρου 42.7 από μια γενική πολιτική διακήρυξη σε ένα πιο συγκεκριμένο επιχειρησιακό πλαίσιο αποκτά ιδιαίτερη σημασία — αλλά και σαφή όρια.
Επισημαίνει ότι η εκπόνηση ενός τέτοιου πλαισίου, με ενδεικτικά σενάρια αντίδρασης, προκαθορισμένα χρονικά περιθώρια και μορφές συνδρομής, μπορεί να περιορίσει την αβεβαιότητα ως προς τη συμπεριφορά της Ένωσης σε περίπτωση κρίσης, σημειώνοντας ότι για την Κύπρο, αυτό μεταφράζεται σε αύξηση του δυνητικού στρατηγικού κόστους για οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια. Η ενίσχυση της προβλεψιμότητας και της θεσμικής προετοιμασίας μπορεί να λεχθεί ότι λειτουργεί ως παράγοντας ενίσχυσης της πολιτικής αποτροπής, ιδίως σε σενάρια περιορισμένης κλιμάκωσης, αναφέρει περαιτέρω.
Αναφέρει ακόμα ότι η διαμόρφωση συνεκτικής εθνικής στρατηγικής αποτροπής προϋποθέτει αυξημένες αμυντικές δαπάνες και σαφείς επιχειρησιακές προτεραιότητες όπως η ανάπτυξη πολυεπίπεδων δυνατοτήτων αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής άμυνας, ενίσχυση δυνατοτήτων άρνησης πρόσβασης (A2/AD), επένδυση σε συστήματα διοίκησης και ελέγχου (C2) και σε ολοκληρωμένες υποδομές C4ISR, καθώς και εμβάθυνση της διαλειτουργικότητας με την Ελλάδα και επιλεγμένους εταίρους. Σε αυτό το πλαίσιο, το Άρθρο 42.7 μπορεί να λειτουργήσει ως συμπληρωματικός συντελετής ισχύος — όχι ως υποκατάστατο, επισημαίνει.
Ο κ. Αριστοτέλους στην ανάλυση του, εξήγησε περαιτέρω ότι ρεαλιστικό ζητούμενο είναι να ‘ενισχύεις τις δυνάμεις σου σε βαθμό που να προβληματίζουν την άλλη πλευρά σε οποιοδήποτε παρακινδυνευμένο ενδεχόμενο. Επανέλαβε ότι σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι σημαντικός ο ρόλος της Ελλάδας, επανατονίζοντας ότι «όλα αυτά θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα πρόγραμμα εθνικής στρατηγικής αποτροπής με συγκεκριμένους ρόλους, συγκεκριμένα καθήκοντα και συγκεκριμένα πλάνα ανάπτυξης των δυνάμεων».
«Αυτή η οπτική και αυτός ο τρόπος δημιουργεί πειστική εικόνα προς οποιαδήποτε πλευρά έχει τυχοδιωκτικές επιβουλές απέναντι σου», εξήγησε επανερχόμενος στη θέση ότι το κεντρικό αποτρεπτικό στοιχείο είναι το στρατιωτικό που όταν επενδύεται με πολιτικές σχέσεις και συνεργασίες δημιουργεί ισχυρότερη αποτρεπτική ασπίδα.
Απαντώντας στην ερώτηση για το πλέον αποτρεπτικό-αμυντικό σύστημα που υπάρχει στην υφήλιο, αφού ανέφερε ότι η έννοια της αποτροπής εξαρτάται από πολλές παραμέτρους και υποθέσεις για να επιτύχει, πρόσθεσε ότι το πιο ισχυρό όπλο είναι στα πυρηνικά οπλοστάσια. Σημείωσε δε ότι ένα πυρηνικό όπλο φαντάζει εξωπραγματικό στα δεδομένα της Κύπρου και δεν μπορεί να διανοηθεί κανείς ότι μπορεί να υπάρξουν τέτοιοι συλλογισμοί.
Ερωτηθείς εάν στο πλαίσιο των ερευνών του Κυπριακού Κέντρου Στρατηγικών Μελετών, έχει ερευνηθεί και η τεχνολογία κύματος αντεστραμμένου-χρόνου που φέρεται να εφαρμόζει σε οπλικά της συστήματα η Ρωσία, ο κ. Αριστοτέλους είπε ότι δεν βρίσκονται στο πεδίο στο οποίο έχει ενδιατρίψει ιδιαίτερα.
Ακολούθως δήλωσε βέβαιος ότι γίνονται πάρα πολλές έρευνες σε πάρα πολλούς τομείς. Πρόσθεσε ότι οι έρευνες στην τεχνολογία και η βιομηχανία των οπλικών συστημάτων είναι πάρα πολλές, απορροφούν τεράστιους πόρους και φθάνουν σε απίστευτο σημείο περιλαμβανομένης και της τεχνητής νοημοσύνης.
Δεν μπορεί να συλλάβει ο νους του ανθρώπου σε ποιο σημείο φθάνουν, συμπλήρωσε.



