Αλλάζει το καθεστώς των αστυνομικών φρουρών σε πολιτικά πρόσωπα και κρατικούς αξιωματούχους, καθώς τίθεται σε εφαρμογή νέα διαδικασία αξιολόγησης κινδύνου, χωρίς πλέον να απαιτείται η εμπλοκή του Υπουργικού Συμβουλίου.
Το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, με αφορμή δημοσιεύματα στον Τύπο, διευκρινίζει ότι όλες οι υφιστάμενες φρουρές επαναξιολογούνται, με τα μέτρα προστασίας να προσαρμόζονται στον αντικειμενικά εκτιμώμενο βαθμό κινδύνου. Όπου δεν τεκμηριώνεται ανάγκη, η φρούρηση θα τερματίζεται ή θα διαφοροποιείται.
Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση του Υπουργείου Δικαιοσύνης:
Από τη δεκαετία του 1970 μέχρι σήμερα είχε καθιερωθεί συγκεκριμένη πρακτική ως προς την παροχή αστυνομικής φρούρησης σε πολιτικά πρόσωπα και κρατικούς αξιωματούχους, η οποία περιλάμβανε και την έγκριση του Υπουργικού Συμβουλίου, χωρίς αυτό να προβλέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη.
Για τον λόγο αυτό ζητήθηκε γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία για αποσαφήνιση του ισχύοντος νομικού πλαισίου και των σχετικών αρμοδιοτήτων.
Με βάση τη γνωμάτευση, η αξιολόγηση του βαθμού κινδύνου και των πραγματικών αναγκών προστασίας εμπίπτει στη θεσμική και επιχειρησιακή αρμοδιότητα της Αστυνομίας. Η Αστυνομία διενεργεί, στη βάση θεσμοθετημένης διαδικασίας και αντικειμενικών κριτηρίων, την αξιολόγηση κινδύνου, καθορίζει τα αναγκαία μέτρα προστασίας και διαβιβάζει τα αποτελέσματα και τις σχετικές αποφάσεις της Επιτροπής στον Υπουργό Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, χωρίς να απαιτείται εμπλοκή του Υπουργικού Συμβουλίου.
Με βάση τα πιο πάνω, επαναξιολογούνται όλες οι υφιστάμενες φρουρές και τα μέτρα προστασίας θα προσαρμόζονται στον εκτιμώμενο βαθμό κινδύνου. Όπου δεν τεκμηριώνεται ανάγκη φρούρησης, αυτή θα τερματίζεται ή θα διαφοροποιείται αναλόγως.
Η αστυνομική φρούρηση αποτελεί μέτρο ασφάλειας και παρέχεται εκεί όπου η αντικειμενική αξιολόγηση κινδύνου τεκμηριώνει την αναγκαιότητά της. Η επαναξιολόγηση θα γίνεται ανά εξάμηνο ή και εκτάκτως, όπου απαιτείται.
Η νέα διαδικασία θα τεθεί σε εφαρμογή εντός Σεπτεμβρίου 2026.



