Στα πρόσφατα περιστατικά στην επαρχία Λευκωσίας, η Αστυνομία έκανε λόγο για έντεκα υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών, μεταξύ των οποίων πέντε φαρμακεία. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση, οι δράστες έσπασαν τις γυάλινες εισόδους των υποστατικών με πέτρες και έκλεψαν από τις ταμειακές μηχανές €5.900. Η εικόνα αυτή δείχνει γιατί ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός δεν μπορεί να προκύπτει απλώς από το πόσο “βίαιο” φαίνεται ένα περιστατικό, άλλα από τα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία κάθε αδικήματος.
Στην καθημερινή γλώσσα, η διάκριση μπορεί να μοιάζει δευτερεύουσα. Στο Ποινικό Δίκαιο, όμως, καθένας από αυτούς τους όρους έχει διαφορετικά συστατικά στοιχεία και διαφορετικές έννομες συνέπειες. Ένα σπασμένο τζάμι, η παράνομη είσοδος σε ένα κατάστημα, η αφαίρεση μιας ταμειακής μηχανής ή η χρήση βίας δεν είναι απλώς διαφορετικές λεπτομέρειες της ίδιας ιστορίας· είναι πραγματικά περιστατικά που μπορούν να καθορίσουν ποιο αδίκημα τελικά στοιχειοθετείται.
Το ερώτημα, επομένως, είναι απλό μόνο φαινομενικά: όταν κάποιος σπάει την είσοδο ενός φαρμακείου, εισέρχεται και αφαιρεί χρήματα ή περιουσία, έχει διαπράξει κλοπή, διάρρηξη ή ληστεία;
Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ένταση ή στην εικόνα του περιστατικού, αλλά στα συγκεκριμένα στοιχεία που απαιτεί ο Ποινικός Κώδικας για κάθε αδίκημα. Η αφετηρία είναι η κλοπή.
Πότε μιλάμε για κλοπή;
Η κλοπή αποτελεί την αφετηρία της διάκρισης. Σύμφωνα με το άρθρο 255 του Ποινικού Κώδικα, δεν αρκεί απλώς κάποιος να πάρει ένα αντικείμενο που ανήκει σε άλλον. Ο νόμος απαιτεί, μεταξύ άλλων, η απόκτηση της κατοχής και η αποκόμιση του πράγματος να γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη, με δόλιο τρόπο, χωρίς καλόπιστη αξίωση δικαιώματος και με πρόθεση να στερηθεί ο ιδιοκτήτης μόνιμα το πράγμα του. Με απλά λόγια, στο επίκεντρο της κλοπής βρίσκεται η παράνομη αφαίρεση ξένης περιουσίας με την απαιτούμενη πρόθεση. Η γενική ποινή για την κλοπή, δυνάμει του άρθρου 262, μπορεί να φτάσει μέχρι τα τρία έτη φυλάκισης, εκτός εάν λόγω των περιστάσεων ή της φύσης του αντικειμένου εφαρμόζεται διαφορετική διάταξη.
Παράδειγμα: Κάποιος εισέρχεται κανονικά σε ένα φαρμακείο κατά τις ώρες λειτουργίας του και, χωρίς να γίνει αντιληπτός, αφαιρεί χρήματα από τον πάγκο και φεύγει. Δεν έχει παραβιάσει την είσοδο και δεν έχει χρησιμοποιήσει ή απειλήσει βία. Εφόσον συντρέχουν τα υπόλοιπα στοιχεία του άρθρου 255, το βασικό αδίκημα που εξετάζεται είναι η κλοπή.
Το γεγονός ότι κάποιος έκλεψε από ένα κατάστημα δεν σημαίνει από μόνο του ότι διέπραξε διάρρηξη. Και ακόμη λιγότερο ότι διέπραξε ληστεία.
Τότε τι προσθέτει η διάρρηξη;
Στη διάρρηξη, κρίσιμο στοιχείο γίνεται πλέον και ο τρόπος παραβίασης και εισόδου στο υποστατικό. Το άρθρο 291 του Ποινικού Κώδικα δίνει μάλιστα στην έννοια της «διάρρηξης» ευρύτερο περιεχόμενο από αυτό που συνήθως της αποδίδουμε στην καθημερινή γλώσσα.
Δεν απαιτείται απαραίτητα να σπάσει κάποιος μια πόρτα ή ένα παράθυρο. Η διάρρηξη μπορεί να συντελεστεί και με το άνοιγμα θύρας, παραθύρου ή άλλου μέρους του κτιρίου με ξεκλείδωμα, έλξη, ώθηση, ανύψωση ή άλλο μέσο.
Αντίστοιχα, ούτε η «είσοδος» προϋποθέτει ότι ο δράστης θα βρεθεί ολόκληρος μέσα στο κτίριο. Για τους σκοπούς του νόμου, μπορεί να αρκεί η είσοδος μέρους του σώματός του ή ακόμη και οργάνου που χρησιμοποιεί για την τέλεση της πράξης.
Και εδώ έρχεται η ουσιαστική διάκριση.
Παράδειγμα: Το φαρμακείο αυτή τη φορά είναι κλειστό. Ο δράστης σπάει τη γυάλινη είσοδο, εισέρχεται στο υποστατικό και αφαιρεί χρήματα από την ταμειακή μηχανή.
Σε αυτό το σενάριο δεν έχουμε πλέον μόνο το ζήτημα της κλοπής. Το άρθρο 294 αφορά, μεταξύ άλλων, την περίπτωση κατά την οποία κάποιος διαρρηγνύει και εισέρχεται σε κατάστημα και διαπράττει σε αυτό κακούργημα. Εφόσον η κλοπή ολοκληρωθεί και συντρέχουν τα απαιτούμενα στοιχεία, τίθεται σε εφαρμογή και η διάταξη του άρθρου 294, η οποία προβλέπει ποινή που μπορεί να φτάσει μέχρι τα επτά έτη φυλάκισης.
Τι γίνεται όμως αν ο δράστης σπάσει την είσοδο και μπει στο φαρμακείο με σκοπό να κλέψει, αλλά ο συναγερμός ενεργοποιηθεί και φύγει πριν προλάβει να πάρει οτιδήποτε;
Εδώ βρίσκεται η σημασία του άρθρου 295. Ο νόμος καλύπτει και την περίπτωση όπου κάποιος διαρρηγνύει και εισέρχεται σε κατάστημα με σκοπό τη διάπραξη κακουργήματος, ακόμη και αν το κακούργημα που σχεδίαζε τελικά δεν ολοκληρωθεί. Η προβλεπόμενη ποινή μπορεί να φτάσει μέχρι τα πέντε έτη φυλάκισης.
Η διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται απλώς στο αν τελικά «πήρε κάτι». Στο Ποινικό Δίκαιο έχει σημασία και ο τρόπος εισόδου, ο σκοπός με τον οποίο αυτή πραγματοποιήθηκε και το αν το επιδιωκόμενο αδίκημα τελικά ολοκληρώθηκε.
Πότε περνάμε στη ληστεία;
Η μετάβαση από την κλοπή στη ληστεία συντελείται όταν, κατά ή αμέσως πριν ή αμέσως μετά την κλοπή, ο δράστης χρησιμοποιεί ή απειλεί να χρησιμοποιήσει πραγματική βία εναντίον προσώπου ή περιουσίας, με σκοπό να αποκτήσει ή να διατηρήσει το κλοπιμαίο ή να αποτρέψει ή να εξουδετερώσει αντίσταση.
Με απλά λόγια, η ληστεία δεν είναι απλώς «μια πιο σοβαρή κλοπή». Είναι κλοπή που συνδέεται άμεσα με τη χρήση ή την απειλή βίας. Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που μεταβάλλει τον νομικό χαρακτηρισμό της πράξης και την εντάσσει σε σαφώς βαρύτερο ποινικό πλαίσιο.
Παράδειγμα: Αν ο δράστης εισέλθει σε φαρμακείο και αφαιρέσει χρήματα χωρίς να χρησιμοποιήσει ή να απειλήσει βία, εξετάζεται πρωτίστως το αδίκημα της κλοπής και, ανάλογα με τον τρόπο εισόδου, ενδεχομένως και της διάρρηξης. Αν όμως απειλήσει τον υπάλληλο ή χρησιμοποιήσει βία για να πάρει ή να κρατήσει τα χρήματα, τότε η πράξη εισέρχεται στο πεδίο της ληστείας.
Η ύπαρξη, ωστόσο, ζημιάς σε περιουσία δεν οδηγεί από μόνη της αυτομάτως στον χαρακτηρισμό μιας πράξης ως ληστείας. Επειδή το άρθρο 282 αναφέρεται και σε πραγματική βία κατά περιουσίας, πρέπει κάθε φορά να εξετάζεται αν η συγκεκριμένη βία χρησιμοποιήθηκε στον χρόνο και για τον σκοπό που απαιτεί ο νόμος, δηλαδή σε άμεση σύνδεση με την απόκτηση ή κατακράτηση του κλοπιμαίου ή με την αποτροπή ή εξουδετέρωση αντίστασης. Η διαφορά αποτυπώνεται και στο ποινικό πλαίσιο. Το άρθρο 283 προβλέπει για τη ληστεία φυλάκιση μέχρι δεκατέσσερα χρόνια. Αν όμως ο δράστης είναι οπλισμένος με επικίνδυνο ή επιθετικό όπλο ή όργανο, συνοδεύεται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα ή χρησιμοποιήσει σωματική βία εναντίον άλλου κατά ή αμέσως πριν ή μετά τη ληστεία, προβλέπεται ποινή διά βίου φυλάκισης.
Οι διαφορές αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία όταν περάσουμε από τη θεωρία στα πραγματικά περιστατικά που βρίσκονται σήμερα υπό διερεύνηση.
Στα πρόσφατα περιστατικά που τέθηκαν υπό διερεύνηση στην επαρχία Λευκωσίας, η Αστυνομία έκανε λόγο για υποθέσεις διαρρήξεων και κλοπών. Σύμφωνα με τα μέχρι στιγμής δημοσιευμένα στοιχεία, οι δράστες φέρονται να έσπαζαν τις εισόδους υποστατικών, να εισέρχονταν σε αυτά και να αφαιρούσαν κυρίως ταμειακές μηχανές. Η εικόνα αυτή δείχνει γιατί ο ακριβής νομικός χαρακτηρισμός δεν μπορεί να προκύπτει απλώς από το πόσο «βίαιο» φαίνεται ένα περιστατικό, αλλά από τα συγκεκριμένα συστατικά στοιχεία κάθε αδικήματος.
Η διάκριση φαίνεται και στη νομολογία. Στην υπόθεση Χασσάν ν. Δημοκρατίας και Αλεξάνδρου ν. Δημοκρατίας, το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε εφέσεις για σειρά αδικημάτων, μεταξύ των οποίων ληστείες, κλοπές και διαρρήξεις. Σε μία από τις ληστείες, δύο δράστες έσπρωξαν το θύμα στο έδαφος και του αφαίρεσαν την τσάντα, ενώ σε άλλες περιπτώσεις προηγήθηκαν χτυπήματα πριν από την αφαίρεση χρημάτων και αντικειμένων. Τα περιστατικά δείχνουν στην πράξη πώς η χρήση βίας σε σύνδεση με την αφαίρεση περιουσίας διαφοροποιεί τη ληστεία από την απλή κλοπή.
Η κλοπή, η διάρρηξη και η ληστεία μπορεί στην καθημερινή συζήτηση να συγχέονται. Νομικά, όμως, δεν είναι συνώνυμα. Ο τρόπος εισόδου, ο σκοπός του δράστη, η αφαίρεση περιουσίας και η χρήση ή απειλή βίας μπορούν να αλλάξουν ουσιαστικά τον νομικό χαρακτηρισμό μιας πράξης. Γι’ αυτό και, στο Ποινικό Δίκαιο, μια λεπτομέρεια στα πραγματικά περιστατικά μπορεί να κάνει όλη τη διαφορά.



