Η αντιμετώπιση του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ κατέδειξε πόσο ανώριμος είναι ο δημόσιος διάλογος. Και πως για να μην χαλάσει το αφήγημα χρόνων, όχι μόνο επιχειρείται μία ανέξοδη συλλογική ευθύνη. Αλλά είμαστε έτοιμοι να συνθλίψουμε και τις φωνές που στηρίζουν τον αγώνα μας
Την βδομάδα που πέρασε, μία ανάρτηση του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ προκαλούσε αίσθηση στην κυπριακή κοινωνία και για το περιεχόμενό της αλλά και για τις προεκτάσεις της. Αποκάλυπτε πως ένιωσε ντροπή για την αποτρόπαια δολοφονία Ισαάκ και Σολωμού. Και απολογείτο δημοσίως στην κόρη του Τάσου Ισαάκ, Αναστασία, προτρέποντας μάλιστα όλους τους Τ/κ να πράξουν κάτι αντίστοιχο.
Με την εν λόγω ανάρτηση προφανώς και δεν μπορούσε να απονέμει ο ίδιος δικαιοσύνη. Δεν θα οδηγούνταν αυτόματα οι ένοχοι στην φυλακή με τις τοποθετήσεις του. Μιλούσε ωστόσο με ενσυναίσθηση, αναδείκνυε την ανάγκη να καλλιεργηθεί η κουλτούρα της απολογίας και το άνοιγε μία νέα συζήτηση για το πόσο ώριμος είναι ο δημόσιος διάλογος. Υπογράμμιζε όμως με αυτή του την στάση και κάτι πολύ σημαντικό. Πως δεν μπορούν να μπαίνουν όλοι στο ίδιο τσουβάλι. Όπως όλοι οι Ε/κ δεν ευθύνονται για μεμονωμένα περιστατικά ακρότητας από εθνικιστές, ούτε και όλοι οι Τ/κ ευθύνονται ή συναινούν για όσα αποτρόπαια έγιναν από την τουρκική εισβολή του 74 μέχρι και το τραγικό καλοκαίρι του 96.
Η Αναστασία Ισαάκ αρνήθηκε στην ουσία την απολογία του κ. Κιζίλγιουρεκ. Και θεωρώντας τον ίδιο και όλους τους Τ/κ υπόλογους για την πολιτική Ντενκτάς, ανέφερε πως χρέος τους είναι να αναλάβουν την ευθύνη για να τιμωρηθούν οι δολοφόνοι. Τους οποίους, όπως ανέφερε, έκαναν υπουργούς και βουλευτές.
Δεν είναι δουλειά κανενός προφανώς να νουθετήσει την Αναστασία Ισαάκ για το πώς μπορεί να βιώσει το πένθος της. Ποιους οφείλει να συγχωρέσει και ποιους όχι. Αν πρέπει να αισθάνεται οργή και που πρέπει να τη διοχετεύσει. Να διακρίνει το «εσείς» και να μιλήσει με διπλωματική ακρίβεια. Σε τέτοιες στιγμές απαιτείται κατανόηση, ενσυναίσθηση και σεβασμός.
Όμως ένα είναι το πώς επιλέγει να τοποθετηθεί ένα πρόσωπο που δεν γνώρισε τον πατέρα του λόγω του τουρκικού εθνικισμού και της μισαλλοδοξίας. Ένα πρόσωπο που ζει καθημερινά με την απώλεια αυτή. Άλλο είναι όμως να εργαλειοποιείται κατά διαστήματα η τραγική αυτή ιστορία από πολιτικά πρόσωπα. Χρησιμοποιώντας τα θύματα ως όπλα, σε ένα αφήγημα που στόχο έχει την πολιτική τους επιβίωση.
Και ενώ η τοποθέτηση του Νιαζί Κιζίλγιουρεκ προκαλούσε την οργή εθνικιστών στην τ/κ κοινότητα, αίσθηση προκαλούσε το πώς η ανάρτηση αυτή ερμηνευόταν στην δική μας πλευρά. Δεν ήταν μόνο ο τρόπος που παρουσιάστηκε από ΜΜΕ. Κάποιοι του είπαν πως τοποθετήθηκε αργά, αγνοώντας προφανώς ότι το συγκεκριμένο συμβάν όχι μόνο το καταδίκασε από τότε, αλλά αποκάλυψε ιστορικά στοιχεία για το πώς οδηγηθήκαμε στην δολοφονία Ισαάκ- Σολωμού. Αναδεικνύοντας την ευθύνης και της τότε τ/κ ηγεσίας αλλά και του τουρκικού κράτους. Άλλοι μίλησαν για υποκρισία εγκαλώντας τον γιατί δεν είπε κάτι για την Τουρκία και γιατί δεν ζήτησε τιμωρία τους ενόσω ήταν ευρωβουλευτής. Παραβλέποντας ότι είχε μιλήσει με θάρρος για την τουρκική εισβολή, για την Τουρκία και τις δολοφονίες Ε/κ.
Το θέμα δεν είναι να επιχειρηθεί η αγιοποίηση του κ. Κιζίλγιουρεκ. Μπορεί κάποιος να διαφωνεί πολιτικά μαζί του και με τις θέσεις που εκφράζει. Μπορεί αρκετές θέσεις του να κρίνονται ή να αποτελούν αντικείμενο διαφωνίας. Το πρόβλημα είναι οτι επιχειρείται μία διαστρέβλωση της κατάστασης. Παραγνωρίζοντας τα θετικά όπως την στάση σε αυτό το θέμα. Είναι η ισοπέδωση που ενοχλεί και η υποκρισία. Γιατί όταν παρουσιάζεσαι πως κοιμάσαι και ξυπνάς ζητώντας δικαίωση και απελευθέρωση, τότε οφείλεις και να αναγνωρίζεις ποιοι βρίσκονται στο πλευρό σου και ποιοι απέναντι. Οτιδήποτε άλλο αποτελεί εργαλειοποίηση για πολιτική επιβίωση.
Μία επιβίωση που στόχο δεν έχει την δικαίωση των θυμάτων. Την επίλυση του κυπριακού και την προσπάθεια συμβίωσης και συμφιλίωσης. Στόχος είναι να μην αλλάξει κάτι, να μην επουλωθούν οι πληγές. Στόχος είναι η διατήρηση του status quo, των συνθημάτων και του άκρατου συναισθηματισμού. Ενός απλοποιημένου λαϊκισμού που χωρίζει πρόσωπα σε δικούς μας και εχθρούς, που βλέπει μόνο άσπρο και μαύρο. Μία συλλογική ευθύνη επιχειρείται, που είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη. Το πιο σοβαρό είναι το πώς επιδεινώνεται η ποιότητα του δημόσιου διαλόγου. Καταδεικνύοντας πως αν ένας εν δυνάμει σύμμαχός μας δεν ταιριάζει στο καλούπι του αφηγήματος που κτίσαμε, μπροστά στον φόβο οτι με την αναγνώρισή του μπορεί να καταρριφθούν στερεότυπα χρόνων, και με την ανασφάλεια οτι κάποιο επιχείρημά του ενδεχομένως να αντικρούσει τη βιομηχανία του μίσους που στήσαμε, δεν διστάζουμε να το κατατάξουμε με ευκολία στο στρατόπεδο των «άλλων».



