Η παραδοσιακή προσέγγιση που θέλει τα συστήματα υγείας να λειτουργούν απλώς μηχανικά για την αντιμετώπιση μιας ασθένειας στην τρίτη ηλικία, φαίνεται πως έχει κλείσει τον κύκλο της. Νέες πρακτικές αρχίζουν και αναδύονται μέσα από την ιατρική έρευνα, που θα μπορούσαν να αλλάξουν τόσο την ζωή των πολιτών αλλά και την ίδια την οικονομία.
Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα που στέλνει ο διεθνούς φήμης καρδιολόγος και Καθηγητής του University College London (UCL), John Deanfield, υπογραμμίζοντας ότι η δημόσια υγεία πρέπει πλέον να αντιμετωπίζεται από τα οικονομικά επιτελεία ως μια κορυφαία αναπτυξιακή επένδυση και όχι ως δαπάνη.
«Οικονομίας της Υγείας»
Ο Καθηγητής Deanfield προχωρά σε έναν σαφή διαχωρισμό που αλλάζει τα δεδομένα για τη λήψη πολιτικών αποφάσεων. Ενώ τα «οικονομικά της υγείας» (healthcare economics) εστιάζουν στο άμεσο κόστος θεραπείας μιας νόσου, η «οικονομία της υγείας» (economy of health) εξετάζει την ευρύτερη επίδραση της υγείας του πληθυσμού στην παραγωγικότητα, τις επενδύσεις και την ικανότητα παραγωγής εθνικού πλούτου.
«Η κακή υγεία του εργατικού δυναμικού πλήττει άμεσα την εθνική οικονομία», τονίζει ο Καθηγητής, αναφερόμενος στο παράδοξο της μακροζωίας. Τα τελευταία 60 χρόνια έχουν προστεθεί 19 ολόκληρα χρόνια στο προσδόκιμο ζωής, τονίζει μεταξύ άλλων, ένα επίτευγμα που πρέπει να γιορτάζεται. Ωστόσο, η πρόκληση της εποχής μας δεν είναι η χρονολογική, αλλά η βιολογική γήρανση. Το πώς, δηλαδή, αυτά τα επιπλέον χρόνια θα βιωθούν με υγεία και όχι με χρόνια νοσήματα που καθηλώνουν την παραγωγικότητα.
Να επενδύουμε στις αρτηρίες μας
Χρησιμοποιώντας μια εξαιρετικά κατανοητή οικονομική αναλογία, ο κ. Deanfield εξηγεί τη σημασία της πρώιμης πρόληψης.
«Είναι σαν την αποταμίευση για το συνταξιοδοτικό σου. Κανείς δεν θα περίμενε να φτάσει 64 ετών για να ξεκινήσει να αποταμιεύει για τη σύνταξή του και να θεωρεί ότι αυτή είναι μια καλή στρατηγική. Κι όμως, αυτό ακριβώς κάνουμε μέχρι σήμερα με την υγεία μας. Πρέπει να μάθουμε να επενδύουμε στις αρτηρίες μας ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που επενδύουμε στις συντάξεις μας – νωρίς, συστηματικά και πριν εμφανιστούν τα προβλήματα» είπε.
Όπως εξηγεί, αν ένας εργαζόμενος στα 59 του χρόνια καταφέρει να παραμείνει εξίσου παραγωγικός με την ηλικία των 49 ετών, η συνεισφορά στο ΑΕΠ της χώρας είναι τεράστια, περιορίζοντας ταυτόχρονα το δυσβάσταχτο κόστος της περίθαλψης χρόνιων παθήσεων.
Το στρατηγικό πλεονέκτημα της Κύπρου και του ΓεΣΥ
Αναφερόμενος στην Κύπρο, ο Καθηγητής Deanfield εμφανίστηκε ιδιαίτερα αισιόδοξος, επισημαίνοντας ότι το νεαρό της ηλικίας του Γενικού Συστήματος Υγείας (ΓεΣΥ) και το μικρό μέγεθος του κράτους αποτελούν συγκριτικά πλεονεκτήματα και όχι αδυναμίες.
Σε αντίθεση με «μεγαθήρια» όπως το NHS της Μεγάλης Βρετανίας, όπου οι δομές και οι αντιλήψεις είναι βαθιά ριζωμένες και δύσκολο να μετακινηθούν, η Κύπρος διαθέτει ένα ευέλικτο και δυναμικό σύστημα. Αυτό επιτρέπει στην Κύπρο να εφαρμόσει πιο έξυπνες, γρήγορες και αποτελεσματικές στρατηγικές πρόληψης, συνδέοντας τις νέες ιατρικές εξελίξεις με την πρώιμη παρέμβαση στον πληθυσμό.
Παχυσαρκία και Κάπνισμα
Ερωτηθείς για το πού θα συμβούλευε τους Κύπριους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να ξεκινήσουν «από αύριο το πρωί», ο Καθηγητής έθεσε ως άμεσες προτεραιότητες δύο μεγάλες πληγές για το νησί.
Η πρώτη αφορά την παχυσαρκία, όπου απαιτείται μια διπλή προσέγγιση. Από τη μία, η στήριξη του ατόμου που νοσεί και, από την άλλη, η αντιμετώπιση των δομών της ίδιας της κοινωνίας που ευνοούν την ανάπτυξη της παχυσαρκίας.
Και η δεύτερη αφορά τα υψηλά ποσοστά καπνίσματος. Η Κύπρος διατηρεί ανησυχητικά υψηλά ποσοστά παραδοσιακού τσιγάρου, ιδιαίτερα στον ανδρικό πληθυσμό, γεγονός που επιβαρύνει άμεσα την υγεία και κατ’ επέκταση την οικονομία.
Η επανάσταση των GLP-1
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η τοποθέτησή του για τα νέα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας (όπως τα σκευάσματα GLP-1). Παρά το υψηλό τους κόστος, ο Καθηγητής Deanfield θεωρεί ότι αλλάζουν ριζικά την άσκηση της ιατρικής.
Πέραν της απώλειας βάρους, οι κλινικές μελέτες δείχνουν ότι τα GLP-1 μειώνουν τα εμφράγματα και τα εγκεφαλικά επεισόδια κατά 20%, πέραν από την ίδια την απώλεια βάρους.
Όπως τονίζει, ένα σύστημα όπως το ΓεΣΥ οφείλει να εξετάσει αυτά τα φάρμακα όχι απλώς ως μέσα αδυνατίσματος, αλλά ως ισχυρά εργαλεία προστασίας του καρδιαγγειακού συστήματος, μειώνοντας μακροπρόθεσμα το συνολικό κόστος υγείας.
Η παρεξηγημένη έννοια της «Μείωσης της Βλάβης»
Απαντώντας στην κριτική που δέχεται η στρατηγική της μείωσης της βλάβης (harm reduction) –με το επιχείρημα ότι αποδυναμώνει το μήνυμα της πλήρους διακοπής επιβλαβών συνηθειών– ο καρδιολόγος ήταν είπε πως «Συχνά σκεφτόμαστε την ασθένεια δυαδικά (binary): ή είσαι άρρωστος ή δεν είσαι. Όμως, όλοι ζούμε σε ένα περιβάλλον όπου δεχόμαστε μικρές, συσσωρευτικές επιδράσεις στην υγεία μας από τις συμπεριφορές μας (κάπνισμα, πίεση, χοληστερόλη). Οι μικρές, σταθερές και βιώσιμες βελτιώσεις από νωρίς στη ζωή προσφέρουν τεράστιο όφελος στην καθυστέρηση ή την πρόληψη μελλοντικών ασθενειών. Δεν προσπαθούμε πάντα να εξαφανίσουμε κάτι, όπως για παράδειγμα τη χοληστερόλη, αλλά να τη φέρουμε σε ένα καλύτερο, ασφαλέστερο επίπεδο».
Το νέο «Κοινωνικό Συμβόλαιο»
Η χρηματοδότηση των συστημάτων υγείας παγκοσμίως οδηγείται σε κρίση λόγω της επιτυχίας μας να ζούμε περισσότερο. Για να αποτραπεί αυτή η κρίση, ο Καθηγητής Deanfield προτείνει ένα νέο συμβόλαιο μεταξύ κράτους και πολίτη.
Το σύστημα υγείας θα συνεχίσει να θεραπεύει και να καλύπτει το κόστος των ασθενειών, αλλά ο ίδιος ο πολίτης πρέπει να αναλάβει την ευθύνη της δικής του υγείας, νιώθοντας ότι ενδυναμώνεται και, γιατί όχι, επιβραβεύεται για τη διατήρηση της καλής του κατάστασης.
«Το πιο σημαντικό περιουσιακό στοιχείο για εσένα και την οικογένειά σου είναι η υγεία σου. Δεν μπορείς να μετακυλήσεις την ευθύνη αποκλειστικά στους γιατρούς. Πρέπει να αναλάβεις την ιδιοκτησία της υγείας σου. Αυτή είναι και η καλύτερη κληρονομιά που μπορείς να αφήσεις στα παιδιά σου», καταλήγει.
Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη του Καθηγητή John Deanfield στο βίντεο που ακολουθεί:



